
Ο Τάκης είναι ένα ευγενικό και μοναχικό παιδί 12 ετών, που από την πρώτη Δημοτικού νιώθει έντονη φοβία για το σχολείο. Τα φοβικά αυτά αισθήματα εκδηλώνονται ποικιλοτρόπως: κάθε πρωί, πριν φύγει για το σχολείο, παραπονιέται ότι έχει ημικρανίες και πόνους στο στομάχι, ενώ μόλις περνά την είσοδο του σχολείου αισθάνεται δυσφορία, έντονη αγωνία ή και πανικό. Μια απλοϊκή εξήγηση θα ήταν ότι ο Τάκης είναι αδιάβαστος και προσποιείται πως είναι άρρωστος για να αποφύγει τις συνέπειες. Ομως το παιδί έχει προετοιμάσει καλά τα μαθήματα της επόμενης μέρας και επομένως δεν θα έπρεπε να έχει καμία αγωνία μήπως τον εξετάσουν.
Οταν η μητέρα του Τάκη τόλμησε να αρθρώσει τη λέξη «σχολειοφοβία» για να δικαιολογήσει την εμφανώς αντικοινωνική συμπεριφορά του παιδιού της, συνάντησε μόνο τη δυσπιστία ή την ειρωνεία των υπευθύνων. Μολονότι αυτή η ψυχική διαταραχή είχε ήδη περιγραφεί επαρκώς από την Αμερικανίδα ψυχίατρο Adelaide Johnson από το 1941 (!), εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ακόμη και σήμερα με μεγάλη καχυποψία από τους γονείς και τους δασκάλους.
Σήμερα, η πλειονότητα των ειδικών (παιδοψυχολόγων, ψυχιάτρων) δεν έχει την παραμικρή αμφιβολία ότι η φοβία του σχολείου ή σχολειοφοβία (school phobia) είναι μια υπαρκτή διαταραχή που προκαλεί στα παιδιά που υποφέρουν έντονες ψυχολογικές και σωματικές αντιδράσεις όποτε εξαναγκάζονται, συχνά διά της βίας, να αντιμετωπίσουν απροετοίμαστα το σύνθετο σχολικό περιβάλλον με τις περίπλοκες κοινωνικές υποχρεώσεις. Αυτή η διαταραχή εκδηλώνεται συχνότερα στα αγόρια ηλικίας 5-14 ετών, ενώ το 80% των περιπτώσεων είναι μοναχοπαίδια ή πρωτότοκα παιδιά.
Πριν φύγουν για το σχολείο τα σχολειοφοβικά παιδιά νιώθουν έντονη δυσφορία, κλαίνε και εκλιπαρούν τους γονείς τους να μείνουν στο σπίτι. Αν παρ' όλα αυτά τα εξαναγκάσουν να πάνε στο σχολείο, τότε οι εκδηλώσεις της διαταραχής γίνονται πολύ πιο δραματικές: τα μικρότερα παιδιά (5-7 ετών) έχουν πονοκεφάλους, έντονους πόνους στο στομάχι και συχνά κάνουν εμετό, ενώ τα μεγαλύτερα παιδιά το σκάνε από το σχολείο για να επιστρέψουν στο σπίτι. Συνήθως τέτοιες ακραίες συμπεριφορές αντιμετωπίζονται ως καπρίτσια κακομαθημένων παιδιών ή ως παράλογες εφηβικές αντιδράσεις και κατά συνέπεια οδηγούν τους υπεύθυνους (γονείς, καθηγητές) σε μια υπερβολικά αυστηρή και ανάλγητη συμπεριφορά. Τι γίνεται όμως όταν δεν πρόκειται για παιδικά καπρίτσια ή εφηβικές ανταρσίες, αλλά αντίθετα για τα συμπτώματα μιας βαθύτερης ψυχικής διαταραχής που προκαλεί αυτές τις «παράλογες» σχολειοφοβικές αντιδράσεις; Και πώς μπορούμε να τις αντιμετωπίσουμε;
0 ΣΧΟΛΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ:
Δημοσίευση σχολίου