Μουδιασμένοι υποδέχονται το φετινό Πάσχα οι κτηνοτρόφοι, καθώς η αγορά αμνοεριφίων κινείται μέσα σε ένα ασφυκτικό περιβάλλον αυξημένου κόστους, πιεσμένων τιμών παραγωγού και σοβαρών επιπτώσεων από ζωονόσους και φυσικές καταστροφές. Στην ήδη δύσκολη εικόνα της κτηνοτροφίας προστίθενται η ακρίβεια σε ζωοτροφές και ενέργεια, αλλά και οι συνέπειες του πολέμου, που επιβαρύνουν κάθε στάδιο της παραγωγής.
Την ίδια στιγμή, οι καταναλωτές έρχονται αντιμέτωποι με ακριβότερο κρέας και περιορισμένες ποσότητες εγχώριου προϊόντος. Μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ εξασφάλισαν ορισμένες περιορισμένες ποσότητες ελληνικού αρνιού και κατσικιού σε χαμηλές τιμές, γύρω στα 8 ευρώ στο σφαγείο, ώστε να τις διαθέσουν τη Μεγάλη Εβδομάδα σε επίπεδα 12 έως 13 ευρώ το κιλό. Ωστόσο, αυτές οι ποσότητες εξαντλούνται γρήγορα και στη συνέχεια ο καταναλωτής στρέφεται σε ακριβότερες επιλογές.
Η πιο δύσκολη εικόνα καταγράφεται στη Λέσβο, όπου οι κτηνοτρόφοι βρίσκονται σε εξαιρετικά δυσμενή θέση λόγω του αφθώδους πυρετού. Για πρώτη φορά η τοπική αγορά δεν στηρίζεται στο ντόπιο αρνί, αλλά κυρίως σε ζώα που έρχονται από τη Λήμνο, τη Λάρισα και άλλες περιοχές. Τα σφαγεία παραμένουν κλειστά από τις 15 Μαρτίου, η αγορά κρέατος παρουσιάζει κατάρρευση και η συνολική ζημιά για το νησί εκτιμάται ότι φτάνει τα 6 εκατ. ευρώ.
Στη Νάξο, το μεγάλο ερώτημα αφορά τη διαφορά ανάμεσα στην τιμή παραγωγού και στην τελική τιμή λιανικής. Όπως επισημαίνει ο πρόεδρος της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Νάξου Δημήτρης Καπούνης, οι παραγωγοί πούλησαν φέτος το κατσίκι από 8 έως 8,30 ευρώ, με τιμές ίδιες ή και χαμηλότερες από τα Χριστούγεννα, όμως το προϊόν φτάνει στον καταναλωτή στα 18,20 ευρώ το κιλό. Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι οι παραγωγοί λειτουργούν με υψηλά κόστη και πολύ περιορισμένο κέρδος, ενώ ο καταναλωτής πληρώνει τελικά διπλάσια ή και τριπλάσια τιμή σε σχέση με πέρυσι.
Πρωτοφανής έλλειψη αμνοεριφίων καταγράφεται και στη Θεσσαλία, όπου η Μεγάλη Εβδομάδα βρίσκει την αγορά με περιορισμένα διαθέσιμα ζώα. Η τιμή για τον κτηνοτρόφο διαμορφώθηκε περίπου στα 12 ευρώ το κιλό, ενώ ο καταναλωτής πλήρωσε γύρω στα 18 ευρώ το κιλό για αρνιά περίπου 12 κιλών. Η μεγάλη μείωση του ζωικού κεφαλαίου αποδίδεται κυρίως στις συνέπειες της κακοκαιρίας Daniel, στις πρόσφατες ζωονόσους και στις αυξημένες εξαγωγές προς το εξωτερικό για το Καθολικό Πάσχα.
Ιδιαίτερα σοβαρό είναι στη Θεσσαλία και το ζήτημα της συκωταριάς. Λόγω των περιοριστικών μέτρων για την ευλογιά, απαγορεύεται η διάθεση εντοσθίων εντός των ζωνών προστασίας και επιτήρησης σε ακτίνα 20 χιλιομέτρων. Επειδή σχεδόν ολόκληρη η Θεσσαλία βρίσκεται σε αυτό το καθεστώς, οι συκωταριές των ζώων που σφάζονται τοπικά θα καταστρέφονται. Οι κτηνοτρόφοι μιλούν για μεγάλη απώλεια εισοδήματος, καθώς για τον παραγωγό η συκωταριά και το κεφαλάκι δεν αποτελούν δευτερεύον προϊόν, αλλά σημαντικό μέρος του τελικού κέρδους.
Στην Κεντρική Μακεδονία, οι τιμές παραγωγού για τα αμνοερίφια κυμαίνονται από 10,50 έως 11 ευρώ το κιλό. Ο πρόεδρος του Συλλόγου Αιγοπροβατοτρόφων Επαρχίας Λαγκαδά Δημήτρης Στραζέμης σημειώνει ότι μια δίκαιη τιμή θα ήταν τα 12 ευρώ, τονίζοντας πως το κλίμα παραμένει βαρύ και οι προσδοκίες χαμηλές. Παράλληλα, σε περιοχές όπου είχαν καταγραφεί κρούσματα ευλογιάς, εξακολουθεί να απαγορεύεται η πώληση συκωταριάς, γεγονός που στερεί από τους κτηνοτρόφους ένα εισόδημα 10 έως 20 ευρώ ανά αρνί.
Ανάλογη είναι η εικόνα και στη Στερεά Ελλάδα, όπου τα αμνοερίφια είναι λιγότερα σε σχέση με πέρυσι και οι τιμές ανεβαίνουν καθημερινά. Ο Ηλίας Μπαλαφούτης από τον Σύλλογο Κτηνοτρόφων Φθιώτιδας περιγράφει μια δύσκολη χρονιά, καθώς ο εγκλεισμός των ζώων ελευθέρας βοσκής για μεγάλο χρονικό διάστημα στους στάβλους οδήγησε σε απώλειες στις γέννες και σε αισθητή μείωση του διαθέσιμου ζωικού κεφαλαίου. Όπως αναφέρει, οι τιμές μπορούν να ξεπεράσουν τα 10,50 ευρώ το κιλό, ανάλογα με τη διαπραγμάτευση.
Στην ίδια περιοχή παραμένει ανοιχτό και το ζήτημα των εντοσθίων, τα οποία αφαιρούνται λόγω των πρωτοκόλλων βιοασφάλειας. Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτά θα έπρεπε να καταστρέφονται, όμως στην πράξη δημιουργούνται σοβαρά ερωτήματα για τη διαχείρισή τους, την ώρα που ο παραγωγός χάνει ένα πολύτιμο έσοδο. Παράλληλα, εκφράζεται προβληματισμός και για τις εισαγωγές, κυρίως από βαλκανικές χώρες, καθώς όπως καταγγέλλεται, ζώα που εισάγονται με τιμολόγια από το εξωτερικό εμφανίζονται τελικά στην αγορά ως ελληνικά.
Στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη υπάρχει επάρκεια στα κατσίκια, όμως τα αρνιά είναι σαφώς λιγότερα εξαιτίας της ευλογιάς των αιγοπροβάτων. Οι τιμές παραγωγού κυμαίνονται από 8,50 έως 10 ευρώ το κιλό, ενώ οι περιορισμοί στις μετακινήσεις και στη σφαγή εκτός περιφέρειας έχουν δημιουργήσει, σύμφωνα με τους κτηνοτρόφους, συνθήκες πίεσης στην αγορά. Και εδώ, η υποχρεωτική απόρριψη των παραπροϊόντων αμνοεριφίων από ζώνες προστασίας και επιτήρησης οδηγεί σε νέα απώλεια εισοδήματος, που υπολογίζεται σε ποσοστό άνω του 15% για τον παραγωγό.
Στην Πελοπόννησο, οι ανάγκες της τοπικής αγοράς σε αμνοερίφια φαίνεται ότι καλύφθηκαν, όμως οι κτηνοτρόφοι εμφανίζονται διχασμένοι ως προς τις τιμές και ενωμένοι μόνο στην εκτίμηση ότι το μοντέλο της παραδοσιακής ελεύθερης βοσκής οδηγείται σε αδιέξοδο. Ο κτηνοτρόφος Λάμπρος Δημητρακόπουλος αναφέρει ότι τα αρνιά εξαντλήθηκαν γρήγορα και ότι οι τιμές για τον παραγωγό ήταν 10 ευρώ πλέον ΦΠΑ για τα αρνιά και 11 ευρώ για τα κατσίκια. Όπως σημειώνει, πλέον κανείς δεν κρατά αρνί μετά τα 2 με 2,5 κιλά, καθώς οι ζωοτροφές είναι πανάκριβες.
Στο ίδιο πνεύμα, ο Μάκης Βαρουξής από την Τρίπολη, μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κτηνοτρόφων, υπογραμμίζει ότι φέτος δεν υπήρχαν πολλά αρνιά όπως άλλες χρονιές και ότι η τιμή των 10 ευρώ είναι η ελάχιστη, όταν μόνο τα έξοδα σφαγείου φτάνουν το 1,5 έως 2 ευρώ. Όπως εξηγεί, η βασική πηγή εσόδου παραμένει το γάλα και όχι το κρέας, όμως ακόμη και εκεί το περιθώριο είναι οριακό, αφού το γάλα δίνεται 1,50 ευρώ με κόστος 1,40 ευρώ.
Στη Λακωνία, όπου κυριαρχεί η εκτροφή κατσικιών, οι τιμές κινήθηκαν από 8 έως 10 ευρώ και σε ορισμένες περιπτώσεις έφτασαν τα 11 ευρώ. Οι παραγωγοί της περιοχής επισημαίνουν ότι η παραδοσιακή κτηνοτροφία εγκαταλείπεται σταδιακά και ότι το μέλλον οδηγεί ολοένα και περισσότερο στη σταβλισμένη εκτροφή.
Η φετινή πασχαλινή αγορά αποτυπώνει με έντονο τρόπο τις πιέσεις που δέχεται συνολικά η ελληνική κτηνοτροφία. Οι ελλείψεις ζώων, οι ζωονόσοι, τα μέτρα βιοασφάλειας, το υψηλό κόστος παραγωγής και οι μεγάλες διαφορές ανάμεσα στην τιμή παραγωγού και στην τιμή λιανικής συνθέτουν μια ιδιαίτερα δύσκολη εξίσωση, τόσο για τους κτηνοτρόφους όσο και για τους καταναλωτές.

