Μετατίθεται η αργία της Πρωτομαγιάς, καθώς φέτος «πέφτει» Κυριακή. Η σχετική απόφαση του υπουργείου Εργασίας που δημοσιεύτηκε σήμερα.
Ειδικότερα, με απόφαση του υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Κωστή Χατζηδάκη, η υποχρεωτική αργία της 1ης Μαΐου 2022, λόγω του ότι συμπίπτει με Κυριακή, μετατίθεται για τη Δευτέρα 2 Μαΐου 2022.
Η υπερεργασία, οι απλήρωτεςυπερωρίες και η αυξανόμενη ψυχική και σωματική επιβάρυνση συνθέτουν την εικόνα που βιώνει ένα σημαντικό τμήμα των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, σύμφωνα με τα νέα ευρήματα της μεγάλης πανελλαδικής έρευνας του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ.
Η έρευνα, που πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 6.000 εργαζομένων από όλη τη χώρα, αποτυπώνει μια αγορά εργασίας όπου η πίεση χρόνου, ο αυξημένος φόρτος εργασίας και οι απλήρωτες επιπλέον ώρες απασχόλησης αποτελούν πλέον συχνό μέρος της καθημερινότητας. Παράλληλα, αναδεικνύει τη σύνδεση των συνθηκών εργασίας με προβλήματα υγείας, όπως το άγχος, η κόπωση και οι μυοσκελετικοί πόνοι.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, περισσότεροι από ένας στους τρεις εργαζόμενους (35,5%) δηλώνουν ότι εργάζονται πέρα από το συμβατικό τους ωράριο. Ωστόσο, η επιπλέον αυτή εργασία δεν αμείβεται πάντα. Μόλις το 54,7% όσων πραγματοποιούν υπερωρίες αναφέρουν ότι πληρώνονται για τις επιπλέον ώρες, ενώ το 34,5% δηλώνει ότι δεν λαμβάνει καμία οικονομική αποζημίωση. Ένα ακόμη 8,9% αποζημιώνεται με ρεπό ή άδεια αντί χρημάτων.
Στην πράξη, περισσότεροι από τέσσερις στους δέκα εργαζόμενους που εργάζονται πέρα από το ωράριό τους δεν λαμβάνουν άμεση χρηματική αμοιβή για τον επιπλέον χρόνο που διαθέτουν στη δουλειά τους.
Η υπέρβαση του ωραρίου εμφανίζεται συχνότερα στις μεγάλες επιχειρήσεις. Στις εταιρείες με περισσότερους από 250 εργαζόμενους το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι δουλεύουν επιπλέον ώρες φτάνει το 45,4%, έναντι 32% στις πολύ μικρές επιχειρήσεις. Ωστόσο, η μεγαλύτερη ένταση υπερωριακής απασχόλησης καταγράφεται στις μεσαίες επιχειρήσεις, όπου σημαντικό ποσοστό εργαζομένων δηλώνει ότι εργάζεται τουλάχιστον έξι επιπλέον ώρες την εβδομάδα.
Η έρευνα αναδεικνύει επίσης σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών. Οι άνδρες δηλώνουν σε μεγαλύτερο ποσοστό ότι πληρώνονται για τις υπερωρίες τους, ενώ οι γυναίκες εμφανίζουν σαφώς υψηλότερα ποσοστά απλήρωτης επιπλέον εργασίας. Συγκεκριμένα, το 41,1% των γυναικών που εργάζονται πέρα από το ωράριό τους δηλώνει ότι δεν αμείβεται για τον επιπλέον χρόνο εργασίας, έναντι 29,9% των ανδρών.
Πέρα όμως από το οικονομικό σκέλος, η έρευνα φωτίζει και την επίδραση των συνθηκών εργασίας στην υγεία των εργαζομένων. Η ισχυρή πίεση χρόνου και ο αυξημένος φόρτος εργασίας αναδεικνύονται ως οι βασικότεροι παράγοντες επιβάρυνσης, καθώς αναφέρονται από το 60,1% των συμμετεχόντων. Ακολουθεί η παρατεταμένη όρθια ή καθιστική στάση με 58,8%, ενώ σχεδόν ένας στους τρεις εργαζόμενους αναφέρει επαναλαμβανόμενες σωματικές κινήσεις που επιβαρύνουν την καθημερινότητά του.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη για όσους εργάζονται πολλές επιπλέον ώρες κάθε εβδομάδα. Μεταξύ των εργαζομένων που δηλώνουν ότι απασχολούνται πάνω από 11 ώρες επιπλέον εβδομαδιαίως, το 86,2% αναφέρει έντονη πίεση χρόνου και μεγάλο φόρτο εργασίας, ενώ περισσότεροι από τους μισούς δηλώνουν ότι εργάζονται ακόμη και στον ελεύθερο χρόνο τους.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύνδεση της απλήρωτης υπερωρίας με την ψυχολογική επιβάρυνση. Οι εργαζόμενοι που δεν αμείβονται για τις επιπλέον ώρες τους εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα άγχους, δυσκολίες συνεργασίας στο εργασιακό περιβάλλον και μεγαλύτερη πιθανότητα να αναφέρουν περιστατικά λεκτικής ή σωματικής βίας.
Το άγχος αναδεικνύεται στο σημαντικότερο πρόβλημα υγείας που συνδέεται με την εργασία. Το 42,1% των εργαζομένων δηλώνει ότι παρουσίασε ή είδε να επιδεινώνεται το άγχος του κατά τη διάρκεια των τελευταίων δώδεκα μηνών. Ακολουθούν οι πόνοι σε οστά, αρθρώσεις και μύες με 29,4%, οι πονοκέφαλοι ή η κόπωση των ματιών με 28,9% και η γενικευμένη κόπωση με 27,3%.
Τα υψηλότερα ποσοστά επιβάρυνσης καταγράφονται μεταξύ των εργαζομένων που σκέφτονται συχνά να αλλάξουν εργασία. Σε αυτή την κατηγορία, σχεδόν δύο στους τρεις δηλώνουν ότι αντιμετωπίζουν έντονο άγχος, ενώ ιδιαίτερα αυξημένα εμφανίζονται και τα ποσοστά μυοσκελετικών προβλημάτων, πονοκεφάλων και σωματικής εξάντλησης.
Τα ευρήματα της έρευνας σκιαγραφούν μια αγορά εργασίας όπου η υπερεργασία δεν αποτελεί μόνο ζήτημα αμοιβής και τήρησης του ωραρίου, αλλά συνδέεται άμεσα με την ποιότητα ζωής, την ψυχική υγεία και τη συνολική ευημερία των εργαζομένων. Η εικόνα που προκύπτει είναι αυτή ενός εργασιακού περιβάλλοντος στο οποίο η πίεση για μεγαλύτερη παραγωγικότητα συχνά συνοδεύεται από αυξημένο προσωπικό κόστος για όσους καλούνται να την υποστηρίξουν.
Παρά τις γεωπολιτικές αναταράξεις, την αβεβαιότητα στην παγκόσμια οικονομία και τις πιέσεις που εξακολουθούν να δέχονται οι επιχειρήσεις από το αυξημένο λειτουργικό κόστος, ο ευρωπαϊκόςτουρισμός διατηρεί τη δυναμική του, με την Ελλάδα να συγκαταλέγεται στις χώρες που εμφανίζουν τις καλύτερες επιδόσεις και τις πιο αισιόδοξες προοπτικές για το επόμενο διάστημα.
Τα συμπεράσματα προκύπτουν από το European Accommodation Barometer 2026, το οποίο καταγράφει τις τάσεις και τις προσδοκίες των επιχειρήσεων φιλοξενίας σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η έρευνα αποτυπώνει μια εικόνα ανθεκτικότητας για τον κλάδο, καθώς οι περισσότεροι ξενοδόχοι και πάροχοι καταλυμάτων δηλώνουν θετικές εκτιμήσεις τόσο για την πορεία των επιχειρήσεών τους όσο και για τις προοπτικές της αγοράς.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, το 66% των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων φιλοξενίας αναμένει θετική εξέλιξη των εργασιών τους κατά το επόμενο εξάμηνο, ποσοστό που αποτελεί το υψηλότερο των τελευταίων ετών. Ακόμη πιο ενθαρρυντικό θεωρείται το γεγονός ότι λιγότερο από το 10% των επιχειρήσεων εμφανίζεται απαισιόδοξο για την πορεία της δραστηριότητάς τους, παρά τις διεθνείς προκλήσεις που διαμορφώνουν ένα σύνθετο επιχειρηματικό περιβάλλον.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα ξεχωρίζει ως μία από τις χώρες με τις καλύτερες επιδόσεις στην Ευρώπη. Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, η χώρα καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά θετικής αξιολόγησης τόσο για την πορεία των τελευταίων έξι μηνών όσο και για την τρέχουσα κατάσταση και τις μελλοντικές προσδοκίες των επιχειρήσεων του κλάδου.
Ειδικότερα, το 71% των ελληνικών επιχειρήσεων φιλοξενίας αξιολογεί θετικά την πορεία που κατέγραψε το προηγούμενο εξάμηνο, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Παράλληλα, το 65% χαρακτηρίζει θετική την τρέχουσα οικονομική τους κατάσταση, ενώ το 73% εκφράζει αισιοδοξία για το επόμενο εξάμηνο, επιβεβαιώνοντας ότι ο ελληνικός τουρισμός εξακολουθεί να κινείται σε τροχιά ανάπτυξης.
Η Ελλάδα βρίσκεται στην ίδια ομάδα χωρών με την Ισπανία και τις σκανδιναβικές αγορές, οι οποίες καταγράφουν διαχρονικά υψηλές επιδόσεις στους βασικούς δείκτες της έρευνας. Αντίθετα, η Γερμανία και η Γαλλία εξακολουθούν να υπολείπονται του ευρωπαϊκού μέσου όρου, γεγονός που καταδεικνύει τις διαφορετικές ταχύτητες με τις οποίες αναπτύσσεται ο κλάδος της φιλοξενίας στην ευρωπαϊκή αγορά.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της φετινής έρευνας αφορά τη μεταβολή των βασικών δεικτών απόδοσης των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων. Η άνοδος των τιμών δωματίων συνεχίζεται, αλλά με σαφώς πιο αργούς ρυθμούς σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Αντίθετα, οι πληρότητες εμφανίζουν σημάδια ανάκαμψης, καθώς το 50% των επιχειρήσεων στην Ευρώπη δηλώνει ότι κατέγραψε αύξηση των ποσοστών πληρότητας κατά το τελευταίο εξάμηνο.
Η μεταβολή αυτή θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική για την αγορά, καθώς δείχνει ότι η ανάπτυξη του κλάδου στηρίζεται πλέον περισσότερο στην ενίσχυση της ζήτησης και λιγότερο στις αυξήσεις τιμών που χαρακτήρισαν την περίοδο μετά την πανδημία. Με άλλα λόγια, οι επιχειρήσεις φαίνεται να γεμίζουν περισσότερα δωμάτια, αλλά διαθέτουν μικρότερα περιθώρια για νέες ανατιμήσεις.
Θετικά είναι και τα μηνύματα στο μέτωπο των επενδύσεων. Η πρόσβαση των επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση εμφανίζεται βελτιωμένη σε σχέση με το 2025, καθώς το 44% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι δεν αντιμετωπίζει δυσκολίες στην εξασφάλιση κεφαλαίων. Την ίδια στιγμή, περίπου δύο στις τρεις επιχειρήσεις σχεδιάζουν να διατηρήσουν σταθερό το επενδυτικό τους πρόγραμμα, ενώ περισσότερες σκοπεύουν να αυξήσουν τις δαπάνες τους παρά να τις περιορίσουν.
Η έρευνα αναδεικνύει επίσης το σημαντικό πλεονέκτημα που εξακολουθούν να διαθέτουν οι μεγάλες ξενοδοχειακές αλυσίδες. Τα οργανωμένα ξενοδοχειακά σχήματα εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα αισιοδοξίας, καλύτερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση και μεγαλύτερη επενδυτική δυνατότητα σε σχέση με τις ανεξάρτητες μονάδες και τα εναλλακτικά καταλύματα. Η δυνατότητα αξιοποίησης οικονομιών κλίμακας, η ταχύτερη υιοθέτηση τεχνολογικών εργαλείων και η ευκολότερη πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση δημιουργούν σημαντικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η γεωγραφική κατανομή των επιδόσεων. Οι μεγάλες πόλεις αλλά και οι αγροτικές περιοχές εμφανίζουν τα υψηλότερα επίπεδα αισιοδοξίας και τις καλύτερες οικονομικές επιδόσεις. Οι μεγάλοι αστικοί προορισμοί επωφελούνται από την αυξημένη ζήτηση και τη δυνατότητα διαμόρφωσης υψηλότερων τιμών, ενώ οι αγροτικές περιοχές αξιοποιούν τα χαμηλότερα λειτουργικά κόστη και τη στροφή των ταξιδιωτών προς πιο αυθεντικές εμπειρίες.
Τα στοιχεία της έρευνας επιβεβαιώνουν ότι ο ευρωπαϊκός τουρισμός εισέρχεται στο δεύτερο εξάμηνο του 2026 με ισχυρές αντοχές. Για την Ελλάδα, η εικόνα είναι ακόμη πιο θετική, καθώς οι επιχειρήσεις του κλάδου εμφανίζονται μεταξύ των πλέον αισιόδοξων στην Ευρώπη, στοιχείο που ενισχύει τις προσδοκίες για μία ακόμη ισχυρή τουριστική χρονιά.
"ΠΟΙΟΣ ΕΙΔΕ ΚΡΑΤΟΣ ΛΙΓΟΣΤΟ" ΛΕΕΙ Ο ΣΟΥΡΗΣ ΚΑΙ ΕΙΧΕ ΔΙΚΙΟ
Το ερώτημα που θέτετε αγγίζει τον πυρήνα του δημόσιου αισθήματος και εκφράζει τη βαθιά απογοήτευση, την οργή και το αίσθημα αδικίας που μοιράζεται ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας. Κι εμείς θα συνεχίσουμε να χειροκροτάμε τους αυτόκλητους σωτήρες που τελικά βούλιαξαν την χώρα;
Οι τραγωδίες στο Μάτι (2018) και στα Τέμπη (2023) αποτελούν δύο από τις πιο μαύρες σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Το γεγονός ότι συνέβησαν υπό διαφορετικές διακυβερνήσεις (ΣΥΡΙΖΑ και Νέας Δημοκρατίας αντίστοιχα) αναδεικνύει, στα μάτια των πολιτών, διαχρονικές παθογένειες του κρατικού μηχανισμού:
Στο Μάτι: Αναδείχθηκαν η εγκληματική έλλειψη συντονισμού, η απουσία σχεδίων εκκένωσης και οι τραγικές αδυναμίες της πολιτικής προστασίας. Eνα μηχανισμό με ατέλειες, παραλείψεις, αλλά κυρίως με άπειρες πολιτικές ευθύνες.
Στα Τέμπη: Αποκαλύφθηκαν οι χρόνιες καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση των συστημάτων ασφαλείας των σιδηροδρόμων, οι παραλείψεις και οι συστημικές αποκτυχίες στη διαχείριση των υποδομών. Κυρίως όμως συγκλόνισε η συκάλυψη των γεγονότων που θέτει ηθικά και πολιτικά ερωτήματα.
Το ζήτημα της Πολιτικής και Ηθικής Ευθύνης
Η αντίθεση ανάμεσα στην «πολιτική ρητορική» και την πραγματικότητα των θυμάτων είναι αυτό που προκαλεί τη μεγαλύτερη αποστροφή.
Η ουσία του προβλήματος: > Στην πολιτική σκηνή, η ανάληψη της «πολιτικής ευθύνης» συχνά περιορίζεται σε επικοινωνιακές δηλώσεις ή παραιτήσεις που, στην πράξη, δεν απαλύνουν τον πόνο των οικογενειών ούτε εγγυώνται την άμεση απονομή δικαιοσύνης. Η αίσθηση ότι οι πολιτικοί αρχηγοί παρουσιάζονται ως «σωτήρες» την ώρα που το κράτος αποτυγχάνει να προστατεύσει τη ζωή των πολιτών του, εντείνει την κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς.
Το αν «κοιμούνται ήσυχοι» είναι ένα ερώτημα που αφορά την προσωπική συνείδηση του κάθε ηγέτη και στελέχους. Ωστόσο, για τον απλό πολίτη, το ζητούμενο δεν είναι πλέον οι προθέσεις ή οι ενοχές τους, αλλά:
Η πλήρης και ανεξάρτητη απονομή δικαιοσύνης, χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις ή συγκλύψεις.
Η ριζική αλλαγή του κράτους, ώστε να μην θρηνήσουμε ποτέ ξανά θύματα από ανάλογη κρατική ανεπάρκεια.
Η μνήμη των 104 ανθρώπων στο Μάτι και των 57 στα Τέμπη παραμένει μια ανοιχτή πληγή που υπενθυμίζει ότι η ασφάλεια των πολιτών πρέπει να είναι πάνω από κάθε πολιτικό κόστος και κομματική αντιπαράθεση. Αλλά με νέους πολιτικούς κι ΟΙ ΜΕ ΑΥΤΟΚΛΗΤΟΥΣ ΣΩΤΗΡΕΣ ΠΟΥ ΑΛΛΟΙ ΓΡΑΦΟΥΝ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΤΟΥΣ.
Σαφείς κανόνες διαφάνειας στις αμοιβές και στις διαδικασίες προσλήψεων επιχειρεί να βάλει τουπουργείο Εργασίαςμε το σχέδιο νόμου που παρουσιάστηκε από την αρμόδια υπουργό και εγκρίθηκε από το υπουργικό συμβούλιο.
Το νομοσχέδιο ενσωματώνει την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2023/970 και αλλάζει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο θα διαμορφώνονται, θα ελέγχονται και θα αιτιολογούνται οι μισθοί στις επιχειρήσεις.
Το εύρος των αμοιβών δεν θα είναι πλέον δευτερεύον θέμα αλλά βασική υποχρέωση για τους εργοδότες και θα πρέπει να αναγράφεται ξεκάθαρα στην αγγελία πρόσληψης. Με τον τρόπο αυτό οι υποψήφιοι θα γνωρίζουν εκ των προτέρων τι προσφέρει η εταιρεία.
Παράλληλα, θα εξαλειφθούν οι μισθολογικές διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών που εκτελούν όμοια εργασία. Τα κριτήρια καθορισμού της αμοιβής και της επαγγελματικής εξέλιξης θα πρέπει να είναι πλέον αντικειμενικά και ουδέτερα ως προς το φύλο.
Μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, η υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Νίκη Κεραμέως, είχε επισημάνει:
«Το νέο νομοσχέδιο αποτελεί ένα ακόμη σημαντικό βήμα για την ενίσχυση της ισότητας στην εργασία. Με περισσότερη διαφάνεια στις αμοιβές και ουσιαστικά εργαλεία ελέγχου, διασφαλίζουμε ότι οι αποδοχές κάθε εργαζομένου θα καθορίζονται από την αξία και την προσφορά του και όχι από το φύλο του. Συνεχίζουμε τις μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν τις ίσες ευκαιρίες για όλους».
Μισθολογικό χάσμα – Ετήσιος έλεγχος
Σύμφωνα με τα στοιχεία για το 2024, το μέσο μισθολογικό χάσμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανήλθε στο 11,1%, γεγονός που σημαίνει ότι οι μέσες ωριαίες αποδοχές των γυναικών ήταν χαμηλότερες κατά 11,1% από τις αντίστοιχες των ανδρών. Αντιστοίχως, στην Ελλάδα το ποσοστό διαμορφώνεται σε ακόμη υψηλότερο επίπεδο, στο 13,4%.
Σύμφωνα με το νομοσχέδιο, η προκήρυξη και συνολικά η διαδικασία πρόσληψης θα πρέπει να διασφαλίζουν ίση μεταχείριση, παραμένοντας ουδέτερες ως προς το φύλο και απαλλαγμένες από κάθε μορφή διάκρισης.
Παράλληλα, οι επιχειρήσεις οφείλουν να διαθέτουν τεκμηριωμένες μισθολογικές δομές, που θα βασίζονται σε αντικειμενικά, ουδέτερα ως προς το φύλο κριτήρια, θα επιτρέπουν τη συγκριτική αξιολόγηση θέσεων εργασίας και θα προσδιορίζουν με σαφήνεια τα στοιχεία αμοιβής ανά κατηγορία εργαζομένων.
Στο ίδιο πλαίσιο ενίσχυσης της μισθολογικής διαφάνειας, οι εργαζόμενοι αποκτούν δικαίωμα πρόσβασης σε βασικά στοιχεία που αφορούν τις αποδοχές τους.
Ειδικότερα, μπορούν να ζητούν πληροφορίες σχετικά με το ατομικό επίπεδο αμοιβής τους και τον μέσο όρο αποδοχών ανδρών και γυναικών που εκτελούν όμοια εργασία ή εργασία ίσης αξίας, χωρίς τη δυνατότητα ταυτοποίησης των προσώπων.
Επιπλέον, το νομοσχέδιο θεσπίζει υποχρεωτικό εσωτερικό έλεγχο του μισθολογικού χάσματος στις επιχειρήσεις, ενισχύοντας τους μηχανισμούς παρακολούθησης και καταγραφής πιθανών μισθολογικών ανισοτήτων μεταξύ ανδρών και γυναικών.
Οι επιχειρήσεις υποχρεούνται να υποβάλουν στοιχεία σχετικά με:
– το μισθολογικό χάσμα μεταξύ ανδρών και γυναικών,
– το μισθολογικό χάσμα στα bonus,
– το διάμεσο μισθολογικό χάσμα και
– το μισθολογικό χάσμα ανά κατηγορία εργαζομένων.
Η υποχρέωση ισχύει ετησίως για επιχειρήσεις με περισσότερους από 250 εργαζόμενους, ανά τριετία για επιχειρήσεις με 150 έως 249 εργαζόμενους και ανά τριετία από το 2031 για επιχειρήσεις με 100 έως 149 εργαζόμενους.
Το νομοσχέδιο προβλέπει και συγκεκριμένες διαδικασίες για την αντιμετώπιση περιπτώσεων όπου εντοπίζονται αδικαιολόγητες αποκλίσεις στις αποδοχές.
Εφόσον προκύψει ότι υφίσταται μισθολογική διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών, χωρίς να τεκμηριώνεται από αντικειμενικά κριτήρια, ο εργοδότης υποχρεούται να προχωρήσει στη διόρθωσή της, αναμορφώνοντας τη μισθολογική δομή της επιχείρησης.
Μάλιστα, όταν η μισθολογική απόκλιση είναι ίση ή μεγαλύτερη του 5% και δεν διορθώνεται εντός έξι μηνών, ενεργοποιείται διαδικασία αξιολόγησης των μισθών.
Το νομοσχέδιο θεσπίζει επίσης ένα ενισχυμένο πλαίσιο προστασίας για τους εργαζόμενους που θεωρούν ότι υφίστανται μισθολογική διάκριση, λόγω φύλου, διασφαλίζοντας τη δυνατότητα αποτελεσματικής διεκδίκησης των δικαιωμάτων τους.
Σε περίπτωση σχετικής αμφισβήτησης, ο εργαζόμενος μπορεί να προσφύγει στη Δικαιοσύνη, να ζητήσει πρόσβαση σε στοιχεία που αφορούν τις μισθολογικές αποδοχές, καθώς και να απευθυνθεί για υποστήριξη στον Συνήγορο του Πολίτη ή σε συνδικαλιστική οργάνωση.
Η Επιθεώρηση Εργασίας διατηρεί πλήρως την αρμοδιότητα ελέγχου της εφαρμογής της νομοθεσίας και επιβολής κυρώσεων, περιλαμβανομένων διοικητικών προστίμων, όπου διαπιστώνονται παραβάσεις.
Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας
Πριν από τη συνέντευξη, ο εργοδότης υποχρεούται να γνωστοποιεί στον υποψήφιο εργαζόμενο το ύψος των αποδοχών ή το προβλεπόμενο μισθολογικό εύρος για τη θέση εργασίας, καθώς και να τον ενημερώνει για τη σχετική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, όπου αυτή εφαρμόζεται.
Παράλληλα, απαγορεύεται να ζητά πληροφορίες σχετικά με τις προηγούμενες αποδοχές του υποψηφίου.
Μια επιπλέον πρόβλεψη που έχει ενσωματώσει η χώρα μας στο νομοσχέδιο, πέραν όσων προβλέπει η ευρωπαϊκή οδηγία, είναι ότι, όταν εφαρμόζεται Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΣΣΕ), θεωρείται καταρχήν ότι δεν υπάρχουν αδικαιολόγητες μισθολογικές διακρίσεις κατά τη συζήτηση εργατικής διαφοράς στην Επιθεώρηση Εργασίας.
Επίσης, οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας μπορούν να χρησιμοποιούνται ως βάση για τη δημιουργία μισθολογικών δομών στις επιχειρήσεις.
Σύμφωνα με το υπουργείο Εργασίας, με τον τρόπο αυτό απλοποιούνται οι διαδικασίες για επιχειρήσεις που εφαρμόζουν ΣΣΕ και δίνεται κίνητρο για την υπογραφή περισσότερων ΣΣΕ.
Ανθεκτικότητα απέναντι στις γεωπολιτικές αναταράξεις δείχνει η αγορά ακινήτων,η οποία παραμένει σε ανοδική τροχιά,αν και με χαμηλότερες ταχύτητες σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.
Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος για το πρώτο τρίμηνο του έτους καταγράφουν νέα αύξηση 5,7% στις τιμές των διαμερισμάτων σε όλη τη χώρα. Το 2025 οι τιμές είχαν αυξηθεί κατά 8,1% και το 2024 κατά 9,1% ενώ την τελευταία δεκαετία οι τιμές των διαμερισμάτων έχουν αυξηθεί κατά 86% έχοντας ξεπεράσει πλέον το ιστορικό υψηλό του 2008.
Στην αύξηση των τιμών έχουν συμβάλει η περιορισμένη προσφορά κατοικιών, το αυξημένο επενδυτικό ενδιαφέρον αλλά και το «Σπίτι μου 2», με την ΤτΕ να σημειώνει ότι ταχύτερη άνοδος των τιμών των διαμερισμάτων σε σχέση με τα εισοδήματα καθιστά δυσκολότερη την απόκτηση κατοικίας που να καλύπτει τις στεγαστικές ανάγκες και να είναι συμβατή με τις οικονομικές δυνατότητες των νοικοκυριών.
Μεγαλύτερη αύξηση καταγράφουν οι τιμές των νέων διαμερισμάτων ηλικίας έως 5 ετών ενώ η Θεσσαλονίκη σέρνει τον χορό των αυξήσεων και ακολουθεί από κοντά η Αθήνα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ το πρώτο τρίμηνο του 2026:
• Οι τιμές των διαμερισμάτων (σε ονομαστικούς όρους) ήταν κατά μέσο όρο αυξημένες κατά 5,7% σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025. Για το 2025 οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό 8,1% έναντι αύξησης 9,1% το 2024.
• Στα νέα διαμερίσματα ηλικίας έως 5 ετών οι τιμές αυξήθηκαν κατά 6% κατά μέσο όρο. Το 2025 η αύξηση είχε ανέλθει σε 7,7% ενώ το 2024 οι τιμές των νέων διαμερισμάτων είχαν καταγράψει μέση αύξηση 10,2%.
• Οι τιμές των παλαιών διαμερισμάτων αυξήθηκαν κατά μέσο όρο 5,5% όταν το 2025 ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης των τιμών ήταν 8,4%. Οι αγοραστές προτιμούν τα παλαιά ακίνητα καθώς διατίθενται σε πιο προσιτές τιμές συγκριτικά με τα νεόδμητα, τα οποία είναι απρόσιτα.
• Οι τιμές των διαμερισμάτων στην Αθήνα σημείωσαν άνοδο 5,2%, 6,4% στη Θεσσαλονίκη, 5,4% στις άλλες μεγάλες πόλεις και 6,9% στις λοιπές περιοχές της χώρας. Για το σύνολο του 2025 η αύξηση των τιμών στις ίδιες περιοχές σε σχέση με το 2024 ήταν 6,5%, 9,7%, 10,2% και 9,1% αντίστοιχα.
• Για το σύνολο των αστικών περιοχών της χώρας, το α΄ τρίμηνο του 2026 οι τιμές των διαμερισμάτων ήταν κατά μέσο όρο αυξημένες κατά 5,6% σε σύγκριση με το α΄ τρίμηνο του 2025, ενώ για το 2025 η μέση ετήσια αύξηση διαμορφώθηκε στο 7,8%.
Η αγορά ακινήτων
Από το 2018 η ελληνική αγορά κατοικίας αναπτύσσεται σταθερά και με αυξανόμενη δυναμική, η οποία τροφοδοτείται τόσο από την εγχώρια όσο και από την εξωτερική ζήτηση. Μετά την πτώση 42% που καταγράφηκε στις τιμές των κατοικιών την περίοδο 2008-2017, στο διάστημα 2018-2024 οι τιμές κατέγραψαν αύξηση 67,7% σε επίπεδο χώρας, με την αντίστοιχη αύξηση στην Αθήνα να ανέρχεται σε 84,2%.
Η ταχύτερη άνοδος των τιμών των οικιστικών ακινήτων σε σχέση με τα εισοδήματα καθιστά δυσκολότερη την απόκτηση κατοικίας που να καλύπτει τις στεγαστικές ανάγκες και να είναι συμβατή με τις οικονομικές δυνατότητες των νοικοκυριών.
Σύμφωνα με τη Eurostat, το ποσοστό του πληθυσμού που δαπανά πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για έξοδα στέγασης στην Ελλάδα ανήλθε σε 28,9% το 2024, με τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρο να εκτιμάται στο 8,2%, κατατάσσοντας την Ελλάδα στην πρώτη θέση ως προς τη στεγαστική επιβάρυνση στην ΕΕ. Στα μεγάλα αστικά κέντρα αυτό το ποσοστό εκτιμήθηκε στο 29,1%, ενώ στις αγροτικές περιοχές στο 27,7%.
Τα κρατικά ταμεία
Παρά την αύξηση των τιμών στην κτηματαγορά, τα στοιχεία της ΑΑΔΕ καταγράφουν αύξηση στις φορο-εισπράξεις από μεταβιβάσεις ακινήτων.
Το πρώτο τρίμηνο του έτους τα έσοδα από φόρο μεταβίβασης κτιρίων, οικοπέδων και αγροτεμαχίων διαμορφώθηκαν στα 149,37 εκατ. ευρώ, από 130,86 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2025, καταγράφοντας αύξηση 14,1%. Οι αγοραπωλησίες οικοδομών παρέμειναν η βασική πηγή των εσόδων, με τον φόρο που βεβαιώθηκε να ανέρχεται σε 125,53 εκατ. ευρώ, αυξημένος κατά 14,3%.
Το σχέδιο νόμου του υπουργείου Εσωτερικών διατηρεί σε ισχύ ένα καθεστώς που εφαρμόζεται εδώ και σχεδόν πέντε δεκαετίες.
Την έντονη αντίθεσή του στην εμπλοκή των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας στην είσπραξη δημοτικών τελών εκφράζει ο Ελληνικός Σύνδεσμος Προμηθευτών Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΣΠΕΝ), ζητώντας από την κυβέρνηση να αποσύρει από το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου για τον νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης τη διάταξη που προβλέπει τη διακοπή της ηλεκτροδότησης σε περίπτωση μη καταβολής τελών υπέρ των ΟΤΑ.
Με επιστολή του προς τους συναρμόδιους υπουργούς, ο Σύνδεσμος απορρίπτει κάθε εμπλοκή των προμηθευτών στην είσπραξη του τέλους καθαριότητας και φωτισμού, του τέλους Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και οποιασδήποτε άλλης επιβάρυνσης υπέρ των δήμων, υποστηρίζοντας ότι οι λογαριασμοί ηλεκτρικής ενέργειας δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ως μηχανισμός είσπραξης φόρων και τελών που δεν σχετίζονται με την κατανάλωση ρεύματος.
Το σχέδιο νόμου του υπουργείου Εσωτερικών διατηρεί σε ισχύ ένα καθεστώς που εφαρμόζεται εδώ και σχεδόν πέντε δεκαετίες, όταν η ΔΕΗ αποτελούσε τον μοναδικό προμηθευτή ηλεκτρικής ενέργειας. Ωστόσο, σύμφωνα με τον ΕΣΠΕΝ, οι σημερινές συνθήκες της απελευθερωμένης αγοράς και το αυξημένο ενεργειακό κόστος καθιστούν την πρακτική αυτή ξεπερασμένη και επιβαρυντική για τους καταναλωτές.
Οι προμηθευτές επισημαίνουν ότι η επιβάρυνση των λογαριασμών με φόρους και τέλη που δεν συνδέονται με την ενέργεια δυσχεραίνει την έγκαιρη εξόφλησή τους, ενώ προκαλεί σύγχυση ως προς το πραγματικό κόστος του ηλεκτρικού ρεύματος. Παράλληλα, προειδοποιούν ότι η αύξηση των δημοτικών τελών που προβλέπει το νομοσχέδιο έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι ληξιπρόθεσμες οφειλές στη λιανική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας έχουν ήδη ξεπεράσει τα 3 δισ. ευρώ, επιβαρύνοντας τελικά τους συνεπείς καταναλωτές.
Στην επιστολή του, ο ΕΣΠΕΝ υπογραμμίζει ότι η διακοπή της ηλεκτροδότησης για την είσπραξη δημοτικών τελών μετατρέπει την πρόσβαση σε ένα βασικό αγαθό σε μέσο αναγκαστικής είσπραξης εσόδων υπέρ τρίτων. Όπως σημειώνει, ένα νοικοκυριό μπορεί να στερηθεί το ηλεκτρικό ρεύμα όχι επειδή αδυνατεί να πληρώσει την κατανάλωση ή τις ρυθμιζόμενες χρεώσεις ενέργειας, αλλά επειδή δεν μπορεί να εξοφλήσει δημοτικές επιβαρύνσεις.
Ο Σύνδεσμος υποστηρίζει ακόμη ότι η υποχρέωση είσπραξης τελών υπέρ των ΟΤΑ μέσω των λογαριασμών ηλεκτρικής ενέργειας αντίκειται στις ευρωπαϊκές κατευθύνσεις για την απαλοιφή μη ενεργειακών φόρων και εισφορών από τους λογαριασμούς. Επικαλείται, μάλιστα, το Affordable Energy Action Plan της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το Citizens Energy Package, καθώς και τις σχετικές συστάσεις των ευρωπαϊκών ρυθμιστικών αρχών ACER και CEER, που προτείνουν τη μεταφορά των συγκεκριμένων επιβαρύνσεων σε εναλλακτικούς μηχανισμούς είσπραξης.
Παράλληλα, ο ΕΣΠΕΝ επισημαίνει ότι οι διατάξεις του νομοσχεδίου που προβλέπουν υποχρεωτική διακοπή ηλεκτροδότησης σε περίπτωση ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τους ΟΤΑ έρχονται σε αντίθεση με τον Κώδικα Προμήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας, ο οποίος αναγνωρίζει στους προμηθευτές δικαίωμα και όχι υποχρέωση απενεργοποίησης της παροχής, ενώ προβλέπει ειδική προστασία για ευάλωτους καταναλωτές, όπως άτομα που εξαρτώνται από μηχανική υποστήριξη.
Τη διάσταση ανάμεσα στημείωση τωνανισοτήτωνπου σημειώνεται στηνΕλλάδατα τελευταία χρόνια, σύμφωνα με τα στατιστικά δεδομένα, και τηνυποκειμενική εμπειρίατωννοικοκυριώνγια τηνεπιδείνωσητωνανισοτήτωναναδεικνύει η μελέτη του ΙΟΒΕ με τίτλο «Οι πολλαπλές πτυχές της ανισότητας στην Ελλάδα».
Τα βασικά ευρήματα της νέας μελέτης του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών – ΙΟΒΕ παρουσίασε σε ειδική εκδήλωση ο κ. Αντώνης Μαυρόπουλος, Ανώτερος Ερευνητής του ΙΟΒΕ, ενώ ομιλία για τις τάσεις ανισοτήτων στην Ευρώπη πραγματοποίησε ο κ. Jonathan Cribb, Deputy Director του Institute for Fiscal Studies (IFS) του Λονδίνου.
Ακολούθησε συζήτηση με τη συμμετοχή του Πάνου Τσακλόγλου, καθηγητή του ΟΠΑ, της Ειρήνης Ανδριοπούλου, Ανώτερης Οικονομολόγου του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων, και της Νίκης Καλαβρέζου, Research Team Leader στο European Centre for Social Welfare Policy and Research της Βιέννης. Τον συντονισμό της εκδήλωσης είχε ο Νίκος Βέττας, γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ και Καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Κεντρικό σημείο της μελέτης είναι η διαπίστωση ότι, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει καταγραφεί την τελευταία δεκαετία στους βασικούς δείκτες ανισότητας, η καθημερινή εμπειρία μεγάλου μέρους των ελληνικών νοικοκυριών εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από οικονομική ανασφάλεια, περιορισμένες ευκαιρίες και δυσκολία πρόσβασης σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες.
Η εισοδηματική ανισότητα έχει υποχωρήσει σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης, η απασχόληση έχει ενισχυθεί και η οικονομία έχει επιστρέψει σε τροχιά ανάπτυξης, ωστόσο πολλοί πολίτες εξακολουθούν να αντιλαμβάνονται την ανισότητα ως ιδιαίτερα έντονη και να δηλώνουν σε μεγάλο ποσοστό ότι δυσκολεύονται να καλύψουν τις ανάγκες τους.
Η σύνθετη αυτή πραγματικότητα αναδεικνύει ότι η ανισότητα δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά μέσα από την κατανομή του εισοδήματος.
Η ποιότητα της εργασίας, η πρόσβαση σε καλή εκπαίδευση, οι ανισότητες στην υγεία, η επάρκεια των υπηρεσιών μακροχρόνιας φροντίδας και η ολοένα αυξανόμενη πίεση από το κόστος στέγασης επηρεάζουν καθοριστικά το πραγματικό επίπεδο ευημερίας των νοικοκυριών και τις δυνατότητες κοινωνικής κινητικότητας.
Η μελέτη εξετάζει την εξέλιξη των ανισοτήτων στην Ελλάδα κατά την περίοδο 2015-2025, μέσα από έξι αλληλένδετες διαστάσεις – εισόδημα, αγορά εργασίας, εκπαίδευση, υγεία, μακροχρόνια φροντίδα και στέγαση – αναδεικνύοντας τόσο περιοχές όπου έχει σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος όσο και δομικές αδυναμίες που εξακολουθούν να περιορίζουν τις ευκαιρίες για σημαντικό μέρος του πληθυσμού.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η Ελλάδα παρουσιάζει σήμερα μικρότερες ανισότητες σε σχέση με την περίοδο της κρίσης, χωρίς όμως να έχει ακόμη γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ των θετικών μακροοικονομικών και στατιστικών εξελίξεων και της καθημερινής εμπειρίας των πολιτών.
Συνεπώς, μπορεί να εξηγηθεί γιατί η αίσθηση ανισότητας παραμένει ισχυρή, ακόμη και σε μια περίοδο βελτίωσης πολλών δεικτών, και αναδεικνύεται η ανάγκη για πολιτικές που θα ενισχύσουν όχι μόνο τα εισοδήματα αλλά και την ισότητα πρόσβασης σε ευκαιρίες και βασικές υπηρεσίες.
Τα βασικά ευρήματα της μελέτης του ΙΟΒΕ για την ανισότητα στην Ελλάδα
Εισοδηματική ανισότητα
Η εικόνα της εισοδηματικής ανισότητας στην Ελλάδα παρουσιάζει μια αντίφαση. Από τη μία πλευρά, οι βασικοί δείκτες καταγράφουν βελτίωση σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης, καθώς η οικονομική ανάκαμψη συνοδεύτηκε από μείωση της εισοδηματικής ανισότητας και αύξηση της απασχόλησης. Από την άλλη πλευρά, η καθημερινή εμπειρία πολλών νοικοκυριών παραμένει πιο αρνητική.
Η πλειονότητα των πολιτών εξακολουθεί να δηλώνει ότι δυσκολεύεται να καλύψει τις βασικές της ανάγκες, ενώ η αίσθηση άνισης μεταχείρισης και περιορισμένων ευκαιριών παραμένει έντονη.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι η μείωση της ανισότητας στους στατιστικούς δείκτες δεν μεταφράζεται αυτόματα σε αντίστοιχη βελτίωση της οικονομικής ασφάλειας για όλους.
Βασικά ευρήματα
Ο δείκτης Gini, καθιερωμένος δείκτης μέτρησης ανισοτήτων, μειώθηκε από 34,2% το 2015 σε 31,6% το 2025.
Περίπου 68% των νοικοκυριών δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα, έναντι 19% στην ΕΕ.
Το εισόδημα από αυτοαπασχόληση εμφανίζει τη μεγαλύτερη ανισότητα μεταξύ όλων των πηγών εισοδήματος.
Οι νέοι 16-24 ετών παραμένουν η ηλικιακή ομάδα με τον υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας.
Τα μονογονεϊκά νοικοκυριά και οι οικογένειες με πολλά παιδιά συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο οικονομικής ευαλωτότητας.
Γράφημα 1: Δείκτης ανισότητας Gini και κατά κεφαλήν ΑΕΠ | ΙΟΒΕ
Η αγορά εργασίας αποτέλεσε βασικό παράγοντα βελτίωσης των οικονομικών συνθηκών την τελευταία δεκαετία, καθώς η ανεργία υποχώρησε σημαντικά και η απασχόληση αυξήθηκε. Ωστόσο, ορισμένα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά εξακολουθούν να τροφοδοτούν ανισότητες και να περιορίζουν την κοινωνική κινητικότητα.
Η υψηλή αυτοαπασχόληση, η χαμηλή συμμετοχή συγκεκριμένων ομάδων στην εργασία (ιδιαίτερα γυναικών και ΑΜΕΑ), η επίμονη μακροχρόνια ανεργία και η περιορισμένη κάλυψη από συλλογικές συμβάσεις συντηρούν αποκλίσεις σε εισοδήματα και ευκαιρίες.
Βασικά ευρήματα
Η ανεργία μειώθηκε από 24,9% το 2015 σε 8,8% το 2025.
Οι αυτοαπασχολούμενοι αντιστοιχούν ακόμη στο 24,3% του συνόλου των εργαζομένων, το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ.
Το κενό συμμόρφωσης ΦΠΑ μειώθηκε από 24% το 2019 σε 11% το 2023, αλλά η παραοικονομία παραμένει υψηλή.
Η Ελλάδα καταγράφει το τρίτο χαμηλότερο ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας στην ΕΕ.
Πάνω από το 50% των ανέργων παραμένει σε κατάσταση μακροχρόνιας ανεργίας.
Γράφημα 2: Ποσοστό ανεργίας | ΙΟΒΕ
Εκπαίδευση
Η εκπαίδευση παραμένει ο σημαντικότερος μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας. Παρά τη σημαντική αύξηση των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, οι πιθανότητες εκπαιδευτικής ανέλιξης εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο της οικογένειας.
Η έντονη εξάρτηση από την παραπαιδεία και οι δυσκολίες ολοκλήρωσης των σπουδών περιορίζουν τον εξισωτικό ρόλο του εκπαιδευτικού συστήματος.
Βασικά ευρήματα
Το ποσοστό των ενηλίκων με ανώτατη εκπαίδευση αυξήθηκε από 26,5% σε 32,6%.
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τη χαμηλότερη διαγενεακή εκπαιδευτική κινητικότητα στην Ευρώπη.
Μόλις περίπου 12% των παιδιών από χαμηλά εκπαιδευτικά στρώματα φτάνουν στα υψηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης.
Περισσότεροι από τους μισούς φοιτητές υπερβαίνουν την προβλεπόμενη διάρκεια σπουδών.
Η παραπαιδεία παραμένει βασικό εργαλείο προετοιμασίας για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Υγεία
Παρά τις βελτιώσεις που καταγράφονται μετά την κρίση, η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας εξακολουθεί να επηρεάζεται σημαντικά από το εισόδημα. Η υψηλή εξάρτηση από ιδιωτικές πληρωμές μεταφέρει σημαντικό μέρος του κόστους στα νοικοκυριά, με αποτέλεσμα τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα να αντιμετωπίζουν μεγαλύτερα εμπόδια στην πρόληψη, τη διάγνωση και τη θεραπεία.
Βασικά ευρήματα
Η Ελλάδα καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά ιδιωτικών δαπανών υγείας στην ΕΕ.
Το 32% των ατόμων στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο δηλώνει ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας, έναντι 10% στο υψηλότερο.
Τα χρόνια νοσήματα αφορούν το 30% των ατόμων στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο, έναντι 18% στο υψηλότερο.
Οι οικονομικές ανισότητες μεταφράζονται σε σημαντικές διαφορές στην κατάσταση υγείας και στο προσδόκιμο υγιούς ζωής.
Γράφημα 3: Ποσοστό ατόμων με προβλήματα υγείας ανά εισοδηματικό τεταρτημόριο | ΙΟΒΕ
Μακροχρόνια φροντίδα
Η μακροχρόνια φροντίδα ορίζεται ως το σύνολο υπηρεσιών και υποστήριξης που απευθύνονται σε άτομα τα οποία, λόγω σωματικής ή/και ψυχικής ευαλωτότητας ή αναπηρίας, εξαρτώνται για παρατεταμένο χρονικό διάστημα από βοήθεια για δραστηριότητες της καθημερινής ζωής ή/και χρειάζονται συνεχή φροντίδα.
Η μακροχρόνια φροντίδα αποτελεί έναν από τους πιο αδύναμους πυλώνες κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα. Καθώς ο πληθυσμός γηράσκει με ταχείς ρυθμούς, η χώρα εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως στην οικογένεια για την παροχή φροντίδας, γεγονός που δημιουργεί σημαντικές οικονομικές και κοινωνικές επιβαρύνσεις, ιδιαίτερα για τις γυναίκες.
Βασικά ευρήματα
Οι δημόσιες δαπάνες για μακροχρόνια φροντίδα αντιστοιχούν μόλις στο 0,16% του ΑΕΠ, έναντι 1,71% στην ΕΕ.
Η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης ως προς τη χρηματοδότηση υπηρεσιών φροντίδας.
Τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα εμφανίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες κάλυψης αναγκών φροντίδας.
Η άτυπη οικογενειακή φροντίδα εξακολουθεί να αποτελεί τον κυρίαρχο μηχανισμό υποστήριξης.
Η στέγαση αναδεικνύεται ως δυνητική πηγή ανισοτήτων στην Ελλάδα. Η έντονη άνοδος των ενοικίων και του στεγαστικού κόστους μετά το 2018 έχει αυξήσει σημαντικά την πίεση στα νοικοκυριά, ιδιαίτερα στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα και στους νέους. Παράλληλα, η αύξηση των αξιών ακινήτων διευρύνει το χάσμα μεταξύ ιδιοκτητών και ενοικιαστών.
Βασικά ευρήματα
Το κόστος στέγασης για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα παραμένει από τα υψηλότερα στην Ευρώπη.
Η άνοδος των ενοικίων μετά το 2018 επιβάρυνε δυσανάλογα τους ενοικιαστές χαμηλού εισοδήματος.
Η ιδιοκατοίκηση υποχωρεί στα νεότερα και οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά.
Η αδυναμία κάλυψης ενεργειακών και στεγαστικών υποχρεώσεων έχει επιδεινωθεί μετά το 2021.
Η στεγαστική επισφάλεια συνδέεται με χαμηλότερες εκπαιδευτικές και επαγγελματικές προοπτικές.
Γράφημα 5: Ποσοστό επιβάρυνσης του στεγαστικού κόστους στο διαθέσιμο εισόδημα σε Ελλάδα και ΕΕ | ΙΟΒΕ reader.gr
ΗΠαγκόσμια Ημέρα Νοσηλευτή(εορτάστηκε στις 12/5) αποκτά όλο και περισσότερο νόημα για την Ελλάδα που καταγράφει έλλειψη νοσηλευτών. Η κατάταξη της χώρας μας στην αναλογία νοσηλευτών με κλίνες και ασθενείς είναι πολύ χαμηλά, με το υπουργείο Υγείας να αναγνωρίζει το πρόβλημα και να θέτει την ενίσχυση του ΕΣΥ με νοσηλευτές ως μία από τις προτεραιότητες αυτής της χρονιάς.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνει στο ygeiamou ο Πρόεδρος της Πανελλήνιας Συνδικαλιστικής Ομοσπονδίας (ΠΑΣΥΝΟ-ΕΣΥ) Γιώργος Αβραμίδης, η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε το 2024 ότι εργάζονται στα θεραπευτήρια της χώρας (δημόσια και ιδιωτικά) 23.133 νοσηλευτές. Την ίδια στιγμή, υπήρχαν 48.334 αναπτυγμένες κλίνες.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Η διεθνής σύγκριση προκαλεί ανησυχία: η χώρα μας το 2024 είχε 2,2 νοσηλευτές ανά 1.000 κατοίκους, όταν ο μέσος όρος στην Ε.Ε. ήταν 8,5 και στον ΟΟΣΑ 9,2. Στα νοσοκομεία του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) υπηρετούν περίπου 20.000 (μόνιμοι περίπου 15.500, επικουρικοί περίπου 2.000 και ειδικευόμενοι περίπου 2.500). Ετσι, 20.000 νοσηλευτές ανά 34.399 κλίνες αντιστοιχούν σε 0,58 νοσηλευτές ανά κλίνη. «Εάν υπολογίσουμε μόνο τους μόνιμους νοσηλευτές έχουμε 15.500 νοσηλευτές ανά 34.399 κλίνες και προκύπτει 0,45 νοσηλευτές ανά κλίνη στα νοσοκομεία του ΕΣΥ.
Εάν λάβουμε υπόψη τον μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ, που είναι 2,3, χρειαζόμαστε 79.117 νοσηλευτές. Αν αφαιρέσουμε τους υπηρετούντες 20.000 νοσηλευτές (μόνιμοι, επικουρικοί, ειδικευόμενοι), χρειαζόμαστε 59.117 νοσηλευτές. Προχωρώντας με ποσοτικά δεδομένα, αποφοιτούν ετησίως περίπου 1.500 νοσηλευτές από τα πανεπιστημιακά μας πλέον τμήματα, οι οποίοι σαφώς δεν επαρκούν για να στελεχώσουν τις υπηρεσίες υγείας, διότι είτε αποχωρούν για το εξωτερικό, είτε επιλέγουν να εργάζονται ως αναπληρωτές σχολικοί νοσηλευτές, κάποιοι επιπλέον επιλέγουν τον ιδιωτικό τομέα και κάποιοι επιλέγουν να αλλάξουν επάγγελμα.
Εάν υπολογίσουμε λοιπόν ότι αρκετοί από αυτούς δεν θα επιλέξουν τα νοσοκομεία του ΕΣΥ για να εργαστούν, τότε εύκολα καταλαβαίνουμε το μέγεθος του προβλήματος, την αδυναμία να προσεγγίσουμε τον μέσο όρο των χωρών της Ε.Ε. και του ΟΟΣΑ και τη βεβαιότητα ότι θα παραμείνουμε στους χαμηλότερους δείκτες στελέχωσης», τονίζει ο κ. Αβραμίδης.
Τι φταίει για τις ελλείψεις
Το πρόβλημα δεν είναι μονοπαραγοντικό, σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΠΑΣΥΝΟ-ΕΣΥ. Δεν ισχύει απλώς ότι «οι νέοι δεν επιλέγουν τη Νοσηλευτική». Πρόσφατη επιστημονική δημοσίευση για την Ελλάδα αναφέρει ότι στις εισαγωγές του 2025 στα Πανεπιστημιακά Τμήματα Νοσηλευτικής από 1.400 διαθέσιμες θέσεις έμειναν κενές περίπου 400, δηλαδή σχεδόν το 29%. «Αυτό δείχνει μειωμένη ελκυστικότητα του επαγγέλματος ήδη από την αφετηρία», αναφέρει ο κ. Αβραμίδης και προσθέτει: «Ομως η άλλη μισή αλήθεια είναι ακόμη πιο σοβαρή: το δημόσιο σύστημα δεν καταφέρνει να τους προσελκύσει αλλά και να τους κρατήσει. Το Country Health Profile 2025 για την Ελλάδα αναφέρει ρητά ότι ο δημόσιος τομέας δεν ωφελείται από αυτή τη δεξαμενή νέων και έμπειρων επαγγελματιών. Το ίδιο κείμενο εντοπίζει ως βασικά εμπόδια την απουσία δομημένης επαγγελματικής εξέλιξης και την έλλειψη ανταμοιβής».
Συνεπώς, με βάση τα παραπάνω, ένα μέρος των νέων αποθαρρύνεται να μπει στη Νοσηλευτική και ένα άλλο μέρος, αφού αποφοιτήσει ή ενταχθεί, δεν βρίσκει στο δημόσιο σύστημα επαρκείς λόγους για να το επιλέξει ή να παραμείνει σε αυτό. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ΟΟΣΑ έχει καταγράψει ότι στην Ελλάδα οι πραγματικές αμοιβές των νοσηλευτών υποχώρησαν την περίοδο 2013-2019, κάτι που άφησε βαθύ αποτύπωμα στην ελκυστικότητα του επαγγέλματος.
Ανάγκη για κίνητρα ήδη πριν από την αποφοίτηση
Η κυβέρνηση και η ηγεσία του υπουργείου Υγείας θέτουν ως βασική προτεραιότητα της τρέχουσας χρονιάς την ενίσχυση του ΕΣΥ με νοσηλευτικό προσωπικό. Στο πλαίσιο αυτό, έχει ήδη ανακοινωθεί η ένταξη όλων των νοσηλευτών στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, ενώ συζητείται η δημιουργία ειδικού κλάδου στο ΕΣΥ ώστε να είναι εφικτές αυξήσεις στις απολαβές και ταχύτερες προσλήψεις.
Αρκούν όμως αυτά για να αυξηθούν οι νοσηλευτές στα δημόσια νοσοκομεία; Σύμφωνα με τον κ. Αβραμίδη, οι νοσηλευτές χρειάζονται κίνητρα, τα οποία να ξεκινούν πριν από την αποφοίτηση και να συνεχίζονται στα πρώτα επαγγελματικά βήματα.
«Χρειάζονται υποτροφίες και οικονομική στήριξη κατά τη διάρκεια της φοίτησης για όσους επιλέγουν να σπουδάσουν Νοσηλευτική στο Πανεπιστήμιο. Επιπλέον, εγγυημένη και γρήγορη επαγγελματική ένταξη μετά το πτυχίο, με ειδικό σύστημα προσλήψεων στις δημόσιες δομές και βελτίωση των συνθηκών εργασίας. Απαραίτητα θα πρέπει να υπάρχει και ένα καθαρό μήνυμα προοπτικής: ότι η Νοσηλευτική δεν είναι επάγγελμα φθοράς και εξουθένωσης, αλλά επάγγελμα επιστημονικό, με εξέλιξη, κύρος και αξιοπρεπή αμοιβή. Η ίδια η ελληνική και ευρωπαϊκή εικόνα δείχνει ότι όταν το επάγγελμα εμφανίζεται χωρίς επαρκή ανταμοιβή και χωρίς ξεκάθαρη καριέρα, οι νέοι απομακρύνονται. Σε μία φράση: οι φοιτητές δεν χρειάζονται απλώς ενθάρρυνση. Χρειάζονται ορατό λόγο για να επενδύσουν στη Νοσηλευτική και μετά να μείνουν στην Ελλάδα και στο ΕΣΥ. Η Ελλάδα έχει έλλειμμα πολιτικής που να τους κρατά, να τους εξελίσσει και να τους τιμά», υπογραμμίζει ο ίδιος, σημειώνοντας ότι η Ομοσπονδία έχει καταθέσει εφικτές προτάσεις στον υπουργό Υγείας.