Μετατίθεται η αργία της Πρωτομαγιάς, καθώς φέτος «πέφτει» Κυριακή. Η σχετική απόφαση του υπουργείου Εργασίας που δημοσιεύτηκε σήμερα. Ειδικότερα, με απόφαση του υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Κωστή Χατζηδάκη, η υποχρεωτική αργία της 1ης Μαΐου 2022, λόγω του ότι συμπίπτει με Κυριακή, μετατίθεται για τη Δευτέρα 2 Μαΐου 2022.

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026

Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΧΕΙ ΤΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΚΑΙ ΑΚΡΙΒΟΤΕΡΑ ΔΙΟΔΙΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ....

Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΧΕΙ ΤΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΚΑΙ ΑΚΡΙΒΟΤΕΡΑ ΔΙΟΔΙΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ....

 


Η εικόνα που κυκλοφορεί στα κοινωνικά δίκτυα μιλά για 174 σταθμούς διοδίων σε περίπου 2.320 χιλιόμετρα αυτοκινητοδρόμων. Η αριθμητική διαίρεση δίνει πράγματι έναν σταθμό ανά 13,3 χιλιόμετρα. Το πρόβλημα είναι ότι συνδυάζονται στοιχεία διαφορετικών περιόδων και διαφορετικών τρόπων καταγραφής.


Με βάση τα τελευταία πλήρως συγκρίσιμα ευρωπαϊκά στοιχεία της ASECAP, με ημερομηνία αναφοράς την 31η Δεκεμβρίου 2024, στην Ελλάδα καταγράφονταν 175 σταθμοί διοδίων σε 2.202 χιλιόμετρα αυτοκινητοδρόμων που βρίσκονταν τότε σε λειτουργία.

Αυτό σημαίνει ότι η επίσημη ευρωπαϊκή αναλογία ήταν ένας σταθμός ανά περίπου 12,6 χιλιόμετρα και όχι ανά 13,3 χιλιόμετρα. Το 174 της εικόνας βρίσκεται πολύ κοντά στο πραγματικό μέγεθος εκείνης της περιόδου, δεν αποτελεί όμως το τελευταίο διαθέσιμο συγκρίσιμο στοιχείο.


Γιατί άλλοι μετρούν 174 και άλλοι πάνω από 200 διόδια
Η ελληνική συγκεντρωτική έκθεση για τα οδικά τέλη καταγράφει συνολικό δίκτυο παραχωρήσεων 2.322,4 χιλιομέτρων. Από αυτά, στο κοινό έτος αναφοράς βρίσκονταν σε λειτουργία 2.202 χιλιόμετρα και άλλα 120,3 χιλιόμετρα ήταν υπό κατασκευή. Επομένως, η εικόνα των «174 σταθμών σε 2.320 χιλιόμετρα» χρησιμοποιεί ουσιαστικά ολόκληρο το μήκος των παραχωρήσεων, συμπεριλαμβανομένων τμημάτων που τότε δεν είχαν ακόμη παραδοθεί, και το διαιρεί με έναν αριθμό σταθμών άλλης περιόδου.

Υπάρχει και μία δεύτερη, σημαντικότερη… παγίδα. Στην Ελλάδα λειτουργούν μετωπικοί σταθμοί πάνω στον κύριο άξονα, πλευρικοί σταθμοί στις εισόδους και εξόδους των κόμβων, λωρίδες συμβατικής πληρωμής, ηλεκτρονικές λωρίδες, καθώς και πύλες ελεύθερης ροής.

Αν ένας πλευρικός σταθμός μετρηθεί ως μία εγκατάσταση, προκύπτει ένας αριθμός. Αν κάθε κατεύθυνση, είσοδος και έξοδος καταγραφεί χωριστά, ο αριθμός αυξάνεται σημαντικά. Γι’ αυτό σε ιδιωτικούς χάρτες διαδρομών εμφανίζονται ακόμη και 212 σημεία χρέωσης. Πρόκειται όμως για διαφορετικό τρόπο μέτρησης και όχι για 212 κλασικούς σταθμούς με μπάρες.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη μετά την ολοκλήρωση της Πατρών–Πύργου τον Δεκέμβριο του 2025 και την παράδοση του τελευταίου τμήματος του Ε65 τον Ιούλιο του 2026.

Η Πατρών–Πύργου διαθέτει δύο μετωπικούς και πλευρικούς σταθμούς, αλλά και πύλες χιλιομετρικής χρέωσης χωρίς την κλασική λογική του ταμείου. Στον ολοκληρωμένο Ε65 λειτουργούν πλέον συνολικά τέσσερις μετωπικοί και πέντε πλευρικοί σταθμοί.

Κατά συνέπεια, οι 175 σταθμοί αποτελούν το τελευταίο επίσημα δημοσιευμένο και ενιαία συγκρίσιμο ευρωπαϊκό μέγεθος, όχι έναν ζωντανό μετρητή της 24ης Αυγούστου 2026. Με τις νέες υποδομές, ο πραγματικός σημερινός αριθμός σημείων χρέωσης είναι μεγαλύτερος, αλλά δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί νεότερη πανευρωπαϊκή απογραφή με την ίδια μεθοδολογία.

Στο ίδιο ευρωπαϊκό αρχείο η Ελλάδα εμφανίζεται με 914 λωρίδες διοδίων, από τις οποίες οι 620 ήταν ηλεκτρονικές ή μικτής λειτουργίας. Οι συνδρομητές συστημάτων τηλεδιοδίων έφθαναν τους 1.649.706, ενώ τα έσοδα από διόδια το 2024 υπολογίστηκαν σε 875,27 εκατομμύρια ευρώ, χωρίς ΦΠΑ και άλλους φόρους.

Πόσους σταθμούς έχουν οι άλλες χώρες της ΕΕ
Η σύγκριση της ASECAP αφορά τα δίκτυα που διαχειρίζονται τα μέλη της και χρησιμοποιεί κοινή έννοια για τους σταθμούς διοδίων. Τα αποτελέσματα είναι αποκαλυπτικά:Η Ελλάδα βρίσκεται στην τέταρτη θέση ως προς τον απόλυτο αριθμό σταθμών, πίσω από τη Γαλλία, την Ιταλία και την Πορτογαλία.

Ως προς την πυκνότητα, όμως, η Πορτογαλία έχει περίπου έναν σταθμό ανά εννέα χιλιόμετρα, η Ιταλία ανά 11,9 και η Κροατία ανά 12,3 χιλιόμετρα. Η Ελλάδα ακολουθεί με έναν ανά 12,6 χιλιόμετρα, ενώ αμέσως μετά βρίσκεται η Ισπανία με έναν ανά 12,8 χιλιόμετρα.


ΧώραΣταθμοί διοδίωνΔίκτυο αναφοράςΧλμ. ανά σταθμό
Γαλλία6449.327,8 χλμ.14,5
Ιταλία4605.480,6 χλμ.11,9
Πορτογαλία3703.321,9 χλμ.9,0
Ελλάδα1752.202 χλμ.12,6
Κροατία1101.355,5 χλμ.12,3
Ισπανία1041.334,9 χλμ.12,8
Πολωνία24468 χλμ.19,5
Ιρλανδία18325,9 χλμ.18,1
Αυστρία62.266 χλμ.377,7
Δανία243 χλμ.21,5
Σλοβενία1624,9 χλμ.624,9
Ουγγαρία01.378 χλμ.
Γερμανία050.827,8 χλμ.
Σλοβακία0851,5 χλμ.

Επομένως, ούτε σε απόλυτο αριθμό ούτε σε πυκνότητα κατέχει η χώρα μας την πρώτη θέση.

Οι πολύ χαμηλοί ή μηδενικοί αριθμοί σε Αυστρία, Ουγγαρία, Σλοβακία και Σλοβενία δεν σημαίνουν ότι οι οδηγοί κυκλοφορούν παντού δωρεάν. Οι χώρες αυτές χρησιμοποιούν κατά κύριο λόγο βινιέτες, δηλαδή χρονική χρέωση για τη χρήση των αυτοκινητοδρόμων. Η Αυστρία διαθέτει επιπλέον έξι σταθμούς σε ειδικές ορεινές διαδρομές, ενώ η Σλοβενία έναν σταθμό σε ειδική υποδομή.

Η Γερμανία δεν επιβάλλει γενικά διόδια στα επιβατικά αυτοκίνητα στους Autobahn, αλλά εφαρμόζει ηλεκτρονική χρέωση στα βαρέα οχήματα. Η Δανία χρεώνει κυρίως τις μεγάλες γεφυρώσεις, ενώ αρκετές άλλες χώρες, όπως η Φινλανδία, η Κύπρος, η Εσθονία, η Λετονία, η Λιθουανία, το Λουξεμβούργο και η Μάλτα, δεν διαθέτουν εθνικό σύστημα διοδίων αυτοκινητοδρόμων για τα Ι.Χ.

Η Βουλγαρία, η Τσεχία και η Ρουμανία χρησιμοποιούν ηλεκτρονικές βινιέτες, ενώ το Βέλγιο, η Ολλανδία και η Σουηδία έχουν κυρίως ειδικές χρεώσεις σε σήραγγες, γέφυρες ή μεμονωμένες υποδομές. Οι συγκεκριμένες περιπτώσεις δεν μπορούν να συγκριθούν ευθέως με το ελληνικό δίκτυο σταθμών.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαχωρίζει άλλωστε σαφώς τα διόδια, τα οποία σχετίζονται με την απόσταση που διανύεται, από τις βινιέτες, οι οποίες εξασφαλίζουν δικαίωμα χρήσης του δρόμου για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν υποχρεώνει τα κράτη να χρησιμοποιούν ένα ενιαίο σύστημα ούτε καθορίζει πόσοι σταθμοί πρέπει να υπάρχουν.

Το συμπέρασμα είναι ότι η Ελλάδα διαθέτει πράγματι πολύ πυκνό δίκτυο διοδίων. Ο ισχυρισμός, όμως, ότι αποτελεί «παγκόσμια πρωτοτυπία» με 174 σταθμούς δεν επιβεβαιώνεται. Το τελευταίο συγκρίσιμο μέγεθος είναι 175 σταθμοί στο τέλος του 2024, ενώ η Πορτογαλία, η Ιταλία και η Κροατία εμφάνιζαν μεγαλύτερη πυκνότητα.

Και, κυρίως, ο αριθμός των σταθμών δεν αποκαλύπτει από μόνος του πόσο επιβαρύνεται ο οδηγός. Για μία ουσιαστική σύγκριση πρέπει να εξετάζονται το κόστος ανά χιλιόμετρο, το συνολικό κόστος αντιπροσωπευτικών διαδρομών, η αγοραστική δύναμη, οι φόροι και το μοντέλο χρηματοδότησης κάθε αυτοκινητοδρόμου.

newsauto.gr

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Οι Έλληνες εργάζονται  περισσότερο στην Ευρώπη,  ξεπερνούν ακόμη και τις 49 ώρες

Οι Έλληνες εργάζονται περισσότερο στην Ευρώπη, ξεπερνούν ακόμη και τις 49 ώρες


 Οι πολλές ώρες εργασίας εξακολουθούν να αποτελούν ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ελληνικής αγοράς, με τους εργαζομένους στη χώρα μας να περνούν αισθητά περισσότερο χρόνο στη δουλειά σε σχέση με τον μέσο Ευρωπαίο. Μάλιστα, περισσότεροι από ένας στους δέκα απασχολουμένους εργάζονται τουλάχιστον 49 ώρες την εβδομάδα στην κύρια δουλειά τους.

Τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ αποτυπώνουν τη μεγάλη απόσταση που εξακολουθεί να χωρίζει την Ελλάδα από την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς τη διάρκεια της εβδομαδιαίας απασχόλησης.

Συγκεκριμένα, το 11,6% των απασχολουμένων στην Ελλάδα εργάζεται 49 ή περισσότερες ώρες την εβδομάδα, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η απόσταση είναι σημαντική και από άλλες ομάδες ευρωπαϊκών χωρών, καθώς η ελληνική επίδοση βρίσκεται 6,1 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από εκείνη των κρατών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και 10,1 μονάδες υψηλότερα από τα κράτη-μέλη των Βαλκανίων.

Η διαφορά δεν περιορίζεται στους εργαζομένους με εξαιρετικά μεγάλα ωράρια. Για το σύνολο των απασχολουμένων ηλικίας 15 έως 64 ετών, η συνηθισμένη εβδομαδιαία απασχόληση στην κύρια εργασία φθάνει τις 41 ώρες στην Ελλάδα, έναντι 37,7 ωρών κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι αυτοαπασχολούμενοι ανεβάζουν τον μέσο όρο

Ένα σημαντικό μέρος της διαφοράς εξηγείται από το μοντέλο της ελληνικής αγοράς εργασίας και κυρίως από τις ιδιαίτερα πολλές ώρες που δουλεύουν οι αυτοαπασχολούμενοι.

Το 2025 οι αυτοαπασχολούμενοι στην Ελλάδα εργάζονταν κατά μέσο όρο 47,2 ώρες την εβδομάδα, όταν ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος περιοριζόταν στις 41,9 ώρες. Πρόκειται για διαφορά άνω των πέντε ωρών εβδομαδιαίως.

Διαφορετική είναι η εικόνα στους μισθωτούς. Η μέση εβδομαδιαία απασχόλησή τους διαμορφώνεται στις 39,1 ώρες, με την Ελλάδα να εμφανίζει καλύτερη επίδοση από τις χώρες των Βαλκανίων και οριακά καλύτερη από τα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.

Το ΙΝΕ ΓΣΕΕ, πάντως, επισημαίνει ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη διάρκεια του ωραρίου αλλά συνολικά την ποιότητα της εργασίας.

Σύμφωνα με την έκθεση, η ελληνική αγορά εργασίας συνδυάζει τις σχετικά χαμηλές αμοιβές με αυξημένη εντατικοποίηση. Ως αιτίες αναφέρονται, μεταξύ άλλων, ελλείμματα στη θεσμική προστασία των εργαζομένων, η οργανωσιακή κουλτούρα μέρους των επιχειρήσεων και η κλαδική διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας.

Εμπόριο: Πάνω από 43 ώρες την εβδομάδα

Οι διαφορές γίνονται περισσότερο εμφανείς όταν τα στοιχεία αναλυθούν ανά κλάδο. Στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο, το οποίο συγκεντρώνει το 17,6% της συνολικής απασχόλησης στη χώρα, οι εργαζόμενοι πλήρους απασχόλησης έφθασαν το 2025 κατά μέσο όρο τις 43,3 ώρες εργασίας την εβδομάδα.

Στις χώρες των Βαλκανίων και της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης η αντίστοιχη διάρκεια βρίσκεται λίγο πάνω από τις 40 ώρες, ενώ στις οικονομίες της ευρωπαϊκής περιφέρειας διαμορφώνεται στις 41,5 ώρες.

Ακόμη και στη μερική απασχόληση, οι εργαζόμενοι στο ελληνικό εμπόριο φθάνουν κατά μέσο όρο τις 23,6 ώρες την εβδομάδα.

Υψηλά παραμένουν τα ωράρια και στη μεταποίηση. Οι εργαζόμενοι του κλάδου απασχολούνταν το 2025 κατά μέσο όρο 41,7 ώρες εβδομαδιαίως. Η διάρκεια είναι οριακά χαμηλότερη σε σύγκριση με το 2019, εξακολουθεί όμως να ξεπερνά τις αντίστοιχες επιδόσεις των υπόλοιπων ομάδων χωρών που εξετάζει η έκθεση.

Σχεδόν μία επιπλέον εργάσιμη ημέρα στην εστίαση

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόσταση στον τουρισμό και την εστίαση, έναν από τους μεγαλύτερους εργοδότες της ελληνικής οικονομίας.

Στις δραστηριότητες παροχής καταλύματος και εστίασης, οι μέσες εβδομαδιαίες ώρες εργασίας έφθασαν το 2025 τις 43,1. Ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται στις 35,3 ώρες.

Αυτό σημαίνει ότι ένας εργαζόμενος στον συγκεκριμένο κλάδο στην Ελλάδα δουλεύει κατά μέσο όρο σχεδόν οκτώ ώρες περισσότερο την εβδομάδα – ουσιαστικά μία επιπλέον πλήρη εργάσιμη ημέρα.

Η ελληνική επίδοση είναι επίσης κατά 5,8 ώρες υψηλότερη από τις οικονομίες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, κατά πέντε ώρες από τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και κατά 3,3 ώρες από τα κράτη των Βαλκανίων.

Μεγάλη παραμένει η επιβάρυνση και στον πρωτογενή τομέα. Στη γεωργία, τη δασοκομία και την αλιεία, όπου συγκεντρώνεται το τέταρτο υψηλότερο μερίδιο απασχολουμένων στη χώρα, η εβδομαδιαία εργασία φθάνει κατά μέσο όρο τις 45,1 ώρες.

Πρόκειται για περίπου τρεις ώρες περισσότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ και έξι ώρες περισσότερες από τις χώρες των Βαλκανίων.

Η συνολική εικόνα δείχνει έτσι μια ελληνική αγορά εργασίας στην οποία οι πολλές ώρες παραμένουν ο κανόνας για σημαντικό τμήμα των απασχολουμένων, χωρίς ο μεγαλύτερος εργασιακός χρόνος να μεταφράζεται αυτομάτως σε αντίστοιχα υψηλότερη παραγωγικότητα ή καλύτερες αμοιβές.

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2026

Εργασιακό bullying: Εκρηκτική αύξηση 43% στις καταγγελίες με  ψυχολογική και λεκτική βία

Εργασιακό bullying: Εκρηκτική αύξηση 43% στις καταγγελίες με ψυχολογική και λεκτική βία


 Όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι αποφασίζουν να σπάσουν τη σιωπή τους και να καταγγείλουν περιστατικά βίας και παρενόχλησης στον χώρο εργασίας. Οι επώνυμες προσφυγές για εργατικές διαφορές αυξήθηκαν κατά 43%, ενώ πίσω από τη μεγάλη πλειονότητα των περιστατικών δεν βρίσκεται η σωματική βία, αλλά η ψυχολογική πίεση, οι προσβολές και οι λεκτικές επιθέσεις.

Τα στοιχεία της Επιθεώρησης Εργασίας σκιαγραφούν μια δύσκολη πραγματικότητα μέσα σε αρκετούς χώρους δουλειάς. Συνολικά υποβλήθηκαν 455 αιτήσεις εργατικών διαφορών αποκλειστικά για περιστατικά βίας και παρενόχλησης, ενώ σχεδόν οκτώ στις δέκα καταγεγραμμένες περιπτώσεις αφορούν ψυχολογικές και λεκτικές συμπεριφορές.

Η αύξηση των καταγγελιών δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι αυξήθηκαν με την ίδια ένταση και τα ίδια τα περιστατικά. Η Επιθεώρηση Εργασίας συνδέει την εξέλιξη και με τη μεγαλύτερη διάθεση των εργαζομένων να μιλήσουν, αλλά και με την καλύτερη γνώση των δικαιωμάτων τους και των διαδικασιών που μπορούν να ακολουθήσουν.

Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον περισσότερο στην πρόληψη και στην έγκαιρη παρέμβαση και όχι μόνο στη διαχείριση μιας υπόθεσης αφού αυτή καταγγελθεί. Στο πλαίσιο αυτό ενισχύονται οι δράσεις ενημέρωσης και επιμόρφωσης εργαζομένων και επιχειρήσεων για την αναγνώριση και αντιμετώπιση τέτοιων συμπεριφορών.

Ψυχολογική και λεκτική βία στο 79%

Η ακτινογραφία των καταγγελιών δείχνει ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα βρίσκεται στις συμπεριφορές που πολλές φορές είναι δυσκολότερο να αποδειχτούν.

Η ψυχολογική και λεκτική βία αντιστοιχεί στο 79% των καταγεγραμμένων περιστατικών. Πρόκειται για συμπεριφορές που μπορεί να περιλαμβάνουν συστηματικές προσβολές, απαξίωση, εκφοβισμό και άσκηση έντονης ψυχολογικής πίεσης.

Πολύ χαμηλότερα, αλλά σε κάθε περίπτωση σε σημαντικά επίπεδα, βρίσκεται η σωματική βία, η οποία αντιστοιχεί στο 15% των περιστατικών. Το υπόλοιπο 6% αφορά υποθέσεις σεξουαλικής παρενόχλησης.

Ένα ακόμα στοιχείο που αναδεικνύεται από την Επιθεώρηση Εργασίας είναι ότι σημαντικός αριθμός διαφορών μπορεί να επιλυθεί εξωδικαστικά μέσω της ειδικής διαδικασίας της Αρχής. Αυτό συμβαίνει συχνότερα όταν ο εργαζόμενος εξακολουθεί να εργάζεται στην ίδια επιχείρηση κατά τον χρόνο που υποβάλλεται η καταγγελία.

Επτά στις δέκα περιπτώσεις από πάνω προς τα κάτω

Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία για τη σχέση ανάμεσα στον καταγγέλλοντα και στο πρόσωπο σε βάρος του οποίου γίνεται η καταγγελία.

Σχεδόν τρεις στις τέσσερις περιπτώσεις, συγκεκριμένα το 73%, εκδηλώνονται στο πλαίσιο κάθετης ιεραρχικής σχέσης. Δηλαδή, η καταγγελλόμενη συμπεριφορά προέρχεται κυρίως από εργοδότες ή προϊσταμένους προς εργαζόμενους που βρίσκονται χαμηλότερα στην επαγγελματική ιεραρχία.

Ταυτόχρονα, μεγαλύτερη κινητικότητα εμφανίζουν οι νεότεροι εργαζόμενοι. Η ηλικιακή ομάδα 25-34 ετών αντιπροσωπεύει πλέον το 21,8% του συνόλου των καταγγελιών, έναντι 14% το προηγούμενο έτος.

Η μεγάλη αυτή αύξηση δείχνει ότι οι νεότερες ηλικίες εμφανίζονται περισσότερο πρόθυμες να προσφύγουν στους ελεγκτικούς μηχανισμούς, όταν θεωρούν ότι παραβιάζονται τα όριά τους στον χώρο εργασίας.

Αλλαγές καταγράφονται και στο φύλο των προσώπων σε βάρος των οποίων υποβάλλονται καταγγελίες. Οι άνδρες εξακολουθούν να αποτελούν την πλειονότητα με 62%, ωστόσο το ποσοστό των γυναικών αυξήθηκε στο 38%, από 30% προηγουμένως.

Για πρώτη φορά καταγράφηκαν επίσης επίσημα περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου. Το ποσοστό διαμορφώθηκε στο 10% μεταξύ γυναικών και στο 11% μεταξύ ανδρών.

Σε ποιους κλάδους χτυπά «κόκκινο»

Μεγάλες αποκλίσεις εμφανίζονται και μεταξύ των επαγγελματικών κλάδων. Ο συνολικός δείκτης παραβατικότητας διαμορφώνεται στο 9%, αλλά σε ορισμένους τομείς φτάνει ακόμη και το 23%.

Υψηλές συγκεντρώσεις παραβάσεων καταγράφονται στις υπηρεσίες υγείας, στη διαχείριση ακινήτων, στις υπηρεσίες αισθητικής και κομμωτικής, καθώς και στις νομικές και λογιστικές υπηρεσίες.

Αντίθετα, στο λιανικό εμπόριο ο δείκτης βρίσκεται στο 8%, στα ξενοδοχεία και τα καταλύματα στο 9% και στην εστίαση στο 12%. Σύμφωνα με την Επιθεώρηση Εργασίας, η εικόνα στους συγκεκριμένους κλάδους συνδέεται και με τους εκτεταμένους προληπτικούς ελέγχους.

Η Αρχή έχει παράλληλα αποστείλει ενημερωτικές επιστολές σε περίπου 2.000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις εμπορίου και τουρισμού, ενώ σχετικές οδηγίες έχουν αναρτηθεί και στο πληροφοριακό σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ».

Στο θεσμικό σκέλος, υποβλήθηκαν προς κύρωση 271 νέοι κανονισμοί εργασίας που περιλαμβάνουν ειδικές πολιτικές για την πρόληψη και τη διαχείριση περιστατικών βίας και παρενόχλησης. Το 68% προέρχεται από επιχειρήσεις της Αττικής και της Κεντρικής Μακεδονίας, ενώ ένα επιπλέον 19% αφορά μεγάλες τουριστικές μονάδες σε Κρήτη και Αιγαίο.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι η βία στον χώρο εργασίας δεν περιορίζεται στις ακραίες περιπτώσεις που φτάνουν στη δημοσιότητα. Το μεγαλύτερο μέρος των καταγγελιών αφορά καθημερινές συμπεριφορές ψυχολογικής και λεκτικής πίεσης, ενώ το γεγονός ότι το 73% των περιστατικών συνδέεται με την εργασιακή ιεραρχία αναδεικνύει και το βασικότερο πρόβλημα: την κατάχρηση της θέσης ισχύος μέσα στον χώρο δουλειάς.

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΘΗΣΑΥΡΙΖΟΥΝ ΑΣΥΣΤΟΛΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΕΣΟ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΟΡΟ

ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΘΗΣΑΥΡΙΖΟΥΝ ΑΣΥΣΤΟΛΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΕΣΟ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΟΡΟ


Η διαφορά μεταξύ των επιτοκίων χορηγήσεων και καταθέσεων παραμένει βασική πηγή της υψηλής
κερδοφορίας των ελληνικών τραπεζών.

Στη δεύτερη θέση της Ευρωζώνης κατατάσσονται οι ελληνικές τράπεζες ως προς το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο (Net Interest Margin – NIM), επιβεβαιώνοντας ότι η διαφορά μεταξύ των επιτοκίων χορηγήσεων και καταθέσεων παραμένει βασική πηγή της υψηλής κερδοφορίας τους.

Πρώτη η Σλοβενία, ακολουθεί η Ελλάδα

Σύμφωνα με τα στοιχεία του SSM για το πρώτο τρίμηνο του 2026, στην κορυφή βρίσκεται η Σλοβενία με NIM 3,11%, ακολουθεί η Ελλάδα με 2,72%, ενώ έπονται η Ισπανία με 2,68%, η Λετονία με 2,67% και η Πορτογαλία με 2,58%. Η απόσταση από τον μέσο όρο των σημαντικών τραπεζών της Ευρωζώνης είναι μεγάλη, καθώς διαμορφώνεται μόλις στο 1,54%. Στις χαμηλότερες θέσεις βρίσκονται η Γαλλία με 0,97% και η Γερμανία με 1,04%, ενώ στην Ιταλία το περιθώριο ανέρχεται στο 2,03%.

Το υψηλό ελληνικό NIM στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη χαμηλή μετακύλιση των υψηλότερων επιτοκίων στις καταθέσεις, η οποία κυμαίνεται μεταξύ 17% και 24%, αλλά και στη διατήρηση υψηλότερων επιτοκίων στις χορηγήσεις. Το μεγάλο απόθεμα καταθέσεων και ο σχετικά χαμηλός δείκτης δανείων προς καταθέσεις εξασφαλίζουν παράλληλα στις τράπεζες μια φθηνή βάση χρηματοδότησης.

Ακόμη υψηλότερο το περιθώριο στο δεύτερο τρίμηνο

Το πλεονέκτημα ενισχύθηκε στο δεύτερο τρίμηνο. Το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο αυξήθηκε και στις τέσσερις συστημικές τράπεζες: στην Alpha Bank στο 2,16% από 2,12%, στη Eurobank στο 2,48% από 2,46%, στην Εθνική στο 2,73% από 2,72% και στην Πειραιώς στο 2,22% από 2,14%. Η πιστωτική επέκταση και η άνοδος των διατραπεζικών επιτοκίων υποστηρίζουν τα έσοδα, καθώς σημαντικό μέρος των δανείων είναι κυμαινόμενου επιτοκίου.

Η σημασία του NIM είναι καθοριστική, καθώς τα καθαρά έσοδα από τόκους αντιπροσωπεύουν το 74,37% των συνολικών λειτουργικών εσόδων των ελληνικών τραπεζών, παρά την αυξανόμενη συμβολή των προμηθειών, που έχει φθάσει στο 20,73%.

Κερδοφορία πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο

Την ισχυρή εικόνα συμπληρώνουν ο χαμηλός δείκτης κόστους προς έσοδα, στο 37,35% έναντι 54,62% στην Ευρωζώνη, και το κόστος κινδύνου, στο 0,23% έναντι 0,58%. Παράλληλα, η απόδοση ιδίων κεφαλαίων διαμορφώνεται στο 10,97%, έναντι 10,02% στην Ευρωζώνη, δημιουργώντας ευνοϊκές προϋποθέσεις για διατήρηση της υψηλής κερδοφορίας.

Τρίτη 18 Αυγούστου 2026

 Ξεκινά ο μεγάλος έλεγχος στα ακίνητα, τι αλλάζει με το νέο μητρώο για χωράφια και σπίτια

Ξεκινά ο μεγάλος έλεγχος στα ακίνητα, τι αλλάζει με το νέο μητρώο για χωράφια και σπίτια

 


Το πρώτο τεστ του ΜΙΔΑ
(Μητρώο Ιδιοκτησίας και Διαχείρισης Ακινήτων) θα γίνει στο χωράφι. Εκεί όπου ένα λάθος στον ΑΤΑΚ, ένας ΚΑΕΚ που δεν «κουμπώνει» ή ένα μισθωτήριο που δεν αποτυπώνει σωστά ποιος χρησιμοποιεί τη γη μπορεί να οδηγήσει σε πρόσθετο έλεγχο πριν από την πληρωμή μιας αγροτικής ενίσχυσης.

Γι’ αυτό οι αγροτικές εκτάσεις βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του σχεδιασμού για το νέο Μητρώο Ιδιοκτησίας και Διαχείρισης Ακινήτων, καθώς το ημερολόγιο του ΟΣΔΕ και των πληρωμών περιορίζει τα χρονικά περιθώρια.

Σπίτια, εξοχικά, οικόπεδα και τα υπόλοιπα ακίνητα θα ακολουθήσουν σε δεύτερο χρόνο.

Η επιλογή να προηγηθεί η αγροτική γη δεν είναι τυχαία. Η ίδια η ΑΑΔΕ έχει εντάξει στον σχεδιασμό του νέου συστήματος για την Ενιαία Αίτηση Ενίσχυσης 2026 την αξιοποίηση δεδομένων του ΜΙΔΑ και του Ελληνικού Κτηματολογίου για ιδιόκτητα, μισθωμένα ή παραχωρημένα αγροτεμάχια. Το νέο Μητρώο προορίζεται έτσι να αποτελέσει έναν ακόμη κρίκο του συστήματος με το οποίο θα ταυτοποιούνται οι εκτάσεις και θα ελέγχεται η σχέση του παραγωγού με τη γη που δηλώνει.

Η κατεύθυνση αυτή δεν ξεκινά από το μηδέν. Οι διασταυρώσεις στοιχείων από διαφορετικές βάσεις έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί για τον έλεγχο αγροτεμαχίων και προηγούμενων πληρωμών.

Το νέο μοντέλο της ΕΑΕ 2026 πηγαίνει ακόμη πιο μακριά: αντί της εκτεταμένης χειροκίνητης καταχώρισης, η αίτηση περνά σε καθοδηγούμενη διαδικασία, αξιοποιώντας στοιχεία που υπάρχουν ήδη σε πληροφοριακά συστήματα δημόσιων φορέων. Όπως αναφέρει ο επίσημος οδηγός της ΑΑΔΕ, στόχος είναι λιγότερες ασυμφωνίες και διορθώσεις μετά την υποβολή.

Το επόμενο βήμα είναι να υπάρχει ακόμη πληρέστερη εικόνα της ιδιοκτησίας και της χρήσης κάθε έκτασης. Δίπλα στο Ε9 και στον ΑΤΑΚ μπαίνουν ο ΚΑΕΚ και το Κτηματολόγιο, τα στοιχεία μίσθωσης ή παραχώρησης και οι γεωχωρικοί έλεγχοι. Στόχος είναι να μπορεί να ελέγχεται όχι μόνο ποια έκταση δηλώνεται, αλλά σε ποιον ανήκει και με ποιο δικαίωμα τη χρησιμοποιεί ο παραγωγός που ζητεί την ενίσχυση.

Το ημερολόγιο των επιδοτήσεων

Το νέο μοντέλο είναι ήδη ορατό στην ΕΑΕ 2026. Η αίτηση υποβάλλεται ψηφιακά μέσω της ΑΑΔΕ και η διαδικασία βασίζεται σε ταυτοποίηση, προσυμπλήρωση στοιχείων από διαθέσιμες πηγές και ελέγχους πριν από την ολοκλήρωση της υποβολής. Η ίδια η ΑΑΔΕ περιγράφει τη φιλοσοφία του νέου συστήματος ως μετάβαση από την εκτεταμένη χειροκίνητη καταχώριση σε μία καθοδηγούμενη και ελεγχόμενη διαδικασία.

Το ημερολόγιο των αιτήσεων και των πληρωμών είναι αυτό που προσδίδει ιδιαίτερη χρονική σημασία στο αγροτικό σκέλος του ΜΙΔΑ. Οι εκτάσεις που συνδέονται με ενισχύσεις μπαίνουν πλέον σε ένα πυκνότερο πλέγμα ταυτοποίησης και διασταυρώσεων, την ώρα που οι σχετικές προθεσμίες τρέχουν.

Η ΑΑΔΕ έχει περιγράψει τον ρόλο που προορίζεται να έχει το ΜΙΔΑ στο νέο σύστημα, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει ανακοινώσει ότι έχει ολοκληρωθεί σε όλο του το εύρος η σχετική λειτουργική διασύνδεση. Το αγροτικό σκέλος του νέου Μητρώου βρίσκεται έτσι σε μια κούρσα με το ημερολόγιο των αιτήσεων, των ελέγχων και των πληρωμών.

Ποιοι αγρότες πρέπει να προσέξουν

Περισσότερη προσοχή χρειάζεται από τους παραγωγούς που καλλιεργούν νοικιασμένα ή παραχωρημένα αγροτεμάχια. Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να μπορεί να εξακριβωθεί ποιος είναι ο ιδιοκτήτης, ποιος ο πραγματικός χρήστης της έκτασης και ποια είναι η σχέση που του επιτρέπει να την καλλιεργεί και να τη δηλώνει για ενίσχυση.

Στο ίδιο «ραντάρ» βρίσκονται αγρότες με λανθασμένο ΑΤΑΚ ή ΚΑΕΚ, εκτάσεις που δεν μπορούν να ταυτοποιηθούν σωστά και περιπτώσεις στις οποίες τα στοιχεία του Ε9, του Κτηματολογίου και της αίτησης ενίσχυσης δεν συμφωνούν. Αντίστοιχη προσοχή χρειάζονται οι μισθώσεις και οι παραχωρήσεις γης, καθώς η κατεύθυνση του νέου συστήματος είναι πίσω από κάθε δηλωμένη έκταση να μπορεί να εντοπιστεί ένα συγκεκριμένο και επαληθεύσιμο δικαίωμα χρήσης.

Στην πράξη δημιουργείται μια αλυσίδα ελέγχου που ξεκινά από το Ε9 και τον ΑΤΑΚ, περνά από τον ΚΑΕΚ και το Κτηματολόγιο, ελέγχει την ιδιοκτησία και τη σχέση μίσθωσης ή παραχώρησης και καταλήγει στον καλλιεργητή και στην αίτηση ενίσχυσης. Αν ένας κρίκος δεν συμφωνεί με τους υπόλοιπους, η υπόθεση μπορεί να χρειαστεί πρόσθετο έλεγχο ή διόρθωση.

Εδώ βρίσκεται και η ουσία της προτεραιότητας που αποκτά η αγροτική γη. Τα χωράφια προηγούνται επειδή εκεί υπάρχει ένα ρολόι που δεν υπάρχει σήμερα για ένα διαμέρισμα ή ένα εξοχικό: εκείνο των αιτήσεων, των ελέγχων και τελικά των πληρωμών των αγροτικών ενισχύσεων.

Μετά τα χωράφια έρχονται σπίτια, εξοχικά και οικόπεδα

Μετά την πρώτη φάση των αγροτεμαχίων θα ακολουθήσει η πολύ μεγαλύτερη επιχείρηση ενοποίησης της εικόνας της υπόλοιπης ακίνητης περιουσίας. Διαμερίσματα, μονοκατοικίες, εξοχικές κατοικίες, οικόπεδα και επαγγελματικοί χώροι θα περάσουν σταδιακά στο νέο σύστημα, με στόχο κάθε ακίνητο να αποκτήσει μία ενιαία ψηφιακή εικόνα αντί τα στοιχεία του να βρίσκονται κατακερματισμένα σε διαφορετικές βάσεις. Ο μέχρι τώρα σχεδιασμός τοποθετεί την πλήρη ανάπτυξη του εγχειρήματος μέσα στο 2027, χωρίς αυτό να αποτελεί ακόμη καταληκτική προθεσμία για τους ιδιοκτήτες.

Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση του ΜΙΔΑ. Ε9 και Κτηματολόγιο δεν εμφανίζουν πάντοτε την ίδια «φωτογραφία» ενός ακινήτου. Οι δοκιμές του νέου συστήματος έχουν αναδείξει δυσκολίες στην ταύτιση των δεδομένων, ιδίως σε περιπτώσεις με ιδιοκτησιακές εκκρεμότητες, αναδασμούς ή περιοχές όπου δεν έχει ολοκληρωθεί η κτηματογράφηση.

Για τον ιδιοκτήτη αυτό σημαίνει ότι η πρώτη δουλειά θα είναι ουσιαστικά να δει τι γνωρίζει το Δημόσιο για το ακίνητό του και αν όλα τα μητρώα λένε το ίδιο πράγμα. Η εικόνα του Ε9 θα πρέπει να «κουμπώσει» με εκείνη του Κτηματολογίου και τα υπόλοιπα διαθέσιμα δεδομένα, ώστε να εντοπιστούν και να διορθωθούν οι αποκλίσεις.

Έως 8–10 μήνες για διορθώσεις

Το σημαντικό είναι ότι για τη δεύτερη αυτή φάση δεν σχεδιάζεται να περάσει το σύστημα από τη μία ημέρα στην άλλη στις πλήρεις διασταυρώσεις και στις κυρώσεις.

Ο σχεδιασμός που έχει παρουσιαστεί προβλέπει μεταβατική περίοδο περίπου οκτώ μηνών, ενώ άλλες πληροφορίες ανεβάζουν το περιθώριο έως τους 8–10 μήνες, προκειμένου οι ιδιοκτήτες να δουν συγκεντρωμένα τα στοιχεία τους, να εντοπίσουν λάθη και να προχωρήσουν στις απαραίτητες διορθώσεις. Η διάρκεια αυτή, ωστόσο, δεν πρέπει ακόμη να αντιμετωπίζεται ως οριστική καταληκτική προθεσμία μέχρι να εξειδικευθεί το τελικό πλαίσιο εφαρμογής.

Η λογική της μεταβατικής περιόδου είναι να μην οδηγηθούν ιδιοκτήτες σε κυρώσεις για αναντιστοιχίες που μπορεί να προέρχονται από διαφορετικές ή παλαιές εγγραφές. Πρώτα θα εμφανιστεί η εικόνα του ακινήτου, θα δοθεί δυνατότητα ελέγχου και διόρθωσης και στη συνέχεια θα ακολουθήσουν οι μαζικές αυτοματοποιημένες διασταυρώσεις μεταξύ ΜΙΔΑ, Ε9 και Κτηματολογίου.

Τι πρέπει να κοιτάξει κάθε ιδιοκτήτης

Για τους ιδιοκτήτες το πρακτικό μήνυμα είναι απλό: πριν αρχίσουν οι πλήρεις διασταυρώσεις, θα πρέπει να βεβαιωθούν ότι οι διαφορετικές «φωτογραφίες» του ακινήτου τους συμφωνούν.

Στο επίκεντρο θα βρεθούν η αντιστοίχιση ΑΤΑΚ και ΚΑΕΚ, τα τετραγωνικά, το ποσοστό και το είδος του εμπράγματου δικαιώματος και η πραγματική χρήση του ακινήτου. Αν ένα σπίτι νοικιάζεται ή έχει παραχωρηθεί, θα πρέπει αντίστοιχα να αποτυπώνεται σωστά και η σχέση χρήσης του.

Μεγαλύτερη προσοχή χρειάζονται παλιά ακίνητα, κληρονομιές, ακίνητα με πολλούς συνιδιοκτήτες και περιπτώσεις όπου έχουν γίνει μεταβολές οι οποίες δεν έχουν περάσει με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις βάσεις. Σε απλές περιπτώσεις η λύση μπορεί να είναι μία διόρθωση στοιχείων, ενώ στις πιο σύνθετες μπορεί να απαιτηθεί η συνδρομή λογιστή, μηχανικού ή συμβολαιογράφου.

Οι αποκλίσεις, άλλωστε, δεν σημαίνουν από μόνες τους απόκρυψη περιουσίας. Διαφορές στα τετραγωνικά, στα ποσοστά συνιδιοκτησίας ή στην περιγραφή ενός ακινήτου μπορεί να προέρχονται από παλιές εγγραφές ή στοιχεία που δεν έχουν επικαιροποιηθεί.

Γι’ αυτό και το μοντέλο που εξετάζεται είναι «πρώτα διορθώσεις, μετά διασταυρώσεις»: ένα διάστημα προσαρμογής και στη συνέχεια η πλήρης λειτουργία του συστήματος.

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

Η Ελλάδα επιμένει στα μετρητά: Παρών το 99% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων

Η Ελλάδα επιμένει στα μετρητά: Παρών το 99% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων

 


Τα μετρητά αποδεικνύονται ανθεκτικά απέναντι στην επέλαση των ψηφιακών συναλλαγών, με την Ελλάδα να καταλαμβάνει μία από τις πρώτες θέσεις στην Ευρωζώνη ως προς την αποδοχή τους από τις επιχειρήσεις.

Την ίδια στιγμή, οι πληρωμές μέσω κινητού κερδίζουν έδαφος με εντυπωσιακούς ρυθμούς, καθώς μέσα σε μόλις δύο χρόνια σχεδόν διπλασιάστηκε το ποσοστό των επιχειρήσεων που τις δέχονται.

Σύμφωνα με τη νέα έρευνα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το 99% των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων δέχεται χαρτονομίσματα και κέρματα, ποσοστό που φέρνει την Ελλάδα μαζί με την Ιταλία στην κορυφή της Ευρωζώνης.

Ακόμη υψηλότερη είναι η αποδοχή στο ελληνικό λιανεμπόριο, όπου φτάνει το 100%, όπως συμβαίνει και στη Σλοβενία.

Σε επίπεδο Ευρωζώνης, το 92% των επιχειρήσεων που διαθέτουν φυσικά σημεία πώλησης εξακολουθεί να δέχεται μετρητά, έναντι 90% το 2024. Η εξέλιξη δείχνει ότι η σταδιακή υποχώρηση των μετρητών, που είχε επιταχυνθεί κατά την περίοδο της πανδημίας, έχει τουλάχιστον προς το παρόν ανακοπεί.

Τα ποσοστά της έρευνας αφορούν τη δυνατότητα πληρωμής που παρέχουν οι επιχειρήσεις και όχι το μέσο που επιλέγουν τελικά οι ίδιοι οι καταναλωτές στις καθημερινές συναλλαγές τους.

Από το 99% της Ελλάδας στο 76% της Κύπρου

Οι διαφορές μεταξύ των χωρών παραμένουν μεγάλες. Στην κορυφή βρίσκονται Ελλάδα και Ιταλία με ποσοστό 99%, ενώ στην άλλη άκρη της κατάταξης βρίσκεται η Κύπρος, όπου μόλις το 76% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων δηλώνει ότι δέχεται μετρητά.

Χαμηλή είναι η αποδοχή και στο Βέλγιο, στο 81%. Η Κύπρος, πάντως, μαζί με τη Σλοβακία κατέγραψε τη μεγαλύτερη βελτίωση από το 2024, με αύξηση κατά 9 ποσοστιαίες μονάδες. Αντίθετα, στο Βέλγιο σημειώθηκε πτώση 10 μονάδων και στην Ιρλανδία 9 μονάδων.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι απαντήσεις για το τι πρόκειται να συμβεί τα επόμενα χρόνια. Στο σύνολο της Ευρωζώνης, το 92% των επιχειρήσεων που σήμερα δέχονται μετρητά θεωρεί ότι θα εξακολουθήσει να τα αποδέχεται και μέσα στην επόμενη πενταετία.

Στην Ελλάδα, ωστόσο, σχεδόν μία στις τέσσερις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (23%) αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να σταματήσει στο μέλλον να δέχεται μετρητά.

Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η εικόνα στην Κύπρο, όπου το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 51%, ενώ στη Βουλγαρία βρίσκεται στο 18%.

Σχεδόν διπλασιάστηκαν οι πληρωμές μέσω κινητού

Ενώ τα μετρητά κρατούν τις θέσεις τους, οι ψηφιακές συναλλαγές μέσω κινητών τηλεφώνων κάνουν άλμα.

Οι κάρτες γίνονται πλέον δεκτές από το 88% των επιχειρήσεων, έναντι 87% το 2024. Πολύ μεγαλύτερη, όμως, είναι η αλλαγή στα mobile payments.

Το 2024 μόλις το 36% των επιχειρήσεων δεχόταν πληρωμές μέσω κινητού. Το 2026 το ποσοστό έχει φτάσει στο 68%, καταγράφοντας αύξηση 32 ποσοστιαίων μονάδων μέσα σε δύο χρόνια.

Οι άμεσες πληρωμές και τα ψηφιακά πορτοφόλια αποτελούν τις συχνότερα αποδεκτές μορφές.

Στο ηλεκτρονικό εμπόριο η κυριαρχία των καρτών είναι ακόμη μεγαλύτερη. Γίνονται δεκτές από το 82% των επιχειρήσεων που πραγματοποιούν online πωλήσεις, ενώ ακολουθούν οι τραπεζικές μεταφορές με 74%.

Αντίθετα, παρά τη μεγάλη συζήτηση γύρω από τα ψηφιακά νομίσματα, τα κρυπτοστοιχεία παραμένουν ουσιαστικά εκτός καθημερινών συναλλαγών: γίνονται δεκτά μόλις από το 0,2% των επιχειρήσεων με διαδικτυακές πωλήσεις.

Μετρητά ή κάρτα; Τι θέλουν οι επιχειρήσεις

Οι ίδιες οι επιχειρήσεις δεν εμφανίζονται απόλυτα προσηλωμένες σε έναν συγκεκριμένο τρόπο πληρωμής.

Περίπου μία στις τρεις δηλώνει ότι δεν έχει ιδιαίτερη προτίμηση για το πώς θα πληρώσει ο πελάτης. Μεταξύ εκείνων που εκφράζουν προτίμηση, το 24% επιλέγει τις χρεωστικές κάρτες, το 21% τα μετρητά και το 14% τις πιστωτικές κάρτες.

Οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις εμφανίζονται λιγότερο θετικές απέναντι στα μετρητά σε σχέση με τις μικρομεσαίες.

Καθοριστικό κριτήριο για το ποια μέσα πληρωμής προσφέρει μια επιχείρηση παραμένει αυτό που ζητούν οι ίδιοι οι πελάτες. Την προτίμηση των καταναλωτών επικαλείται το 26% των επιχειρήσεων, ενώ ακολουθούν η ασφάλεια με 22% και η ευκολία διαχείρισης με 15%.

Τα μετρητά, μάλιστα, εξακολουθούν να θεωρούνται από τις επιχειρήσεις ισχυρότερα σε δύο κρίσιμα χαρακτηριστικά: την προστασία της ιδιωτικότητας και την αξιοπιστία.

Σύμφωνα με την έρευνα, σε καμία από τις έξι παραμέτρους που εξετάστηκαν – κόστος, ταχύτητα συναλλαγής, ευκολία διαχείρισης, αξιοπιστία, ασφάλεια και ιδιωτικότητα – οι ψηφιακές πληρωμές δεν απέκτησαν σαφές προβάδισμα έναντι των μετρητών.

Υπάρχουν, ωστόσο, και μειονεκτήματα. Το 32% των επιχειρήσεων ανησυχεί για λάθη κατά την επιστροφή ρέστων, το 29% αναφέρει ζητήματα ασφάλειας και το 20% τον κίνδυνο εσωτερικής απάτης.

Μεταξύ όσων δεν δέχονται καθόλου μετρητά, το 36% υποστηρίζει ότι οι πελάτες δεν τα χρησιμοποιούν αρκετά, ενώ το 35% επικαλείται δυσκολίες στην ανάληψη ή κατάθεσή τους. Το τελευταίο ποσοστό έχει αυξηθεί σημαντικά από το 22% το 2024.

Τα self-checkout περιορίζουν τα μετρητά

Μια διαφορετική αλλαγή συντελείται μέσα από την εξάπλωση των αυτόματων ταμείων. Το 13% των επιχειρήσεων διαθέτει πλέον self-checkout, όμως μόνο στο 52% αυτών υπάρχει δυνατότητα πληρωμής με μετρητά, τουλάχιστον σε ορισμένα τερματικά. Πρακτικά, σχεδόν τα μισά αυτόματα ταμεία λειτουργούν αποκλειστικά με ηλεκτρονικές πληρωμές.

Παράλληλα, το 25% των επιχειρήσεων έχει ήδη λάβει μέτρα για να ενθαρρύνει τις ψηφιακές συναλλαγές ή να περιορίσει τη χρήση μετρητών. Από αυτές, το 37% έχει εγκαταστήσει ταμεία ηλεκτρονικών πληρωμών ή έχει μειώσει τα σημεία στα οποία γίνονται δεκτά χαρτονομίσματα και κέρματα, ενώ το 30% προωθεί ενεργά τις συναλλαγές χωρίς μετρητά.

Η ΕΚΤ επισημαίνει έτσι μια νέα παράμετρο: μια επιχείρηση μπορεί τυπικά να δηλώνει ότι αποδέχεται μετρητά, αλλά η αυξανόμενη αυτοματοποίηση των συναλλαγών να κάνει στην πράξη δυσκολότερη τη χρήση τους.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από την Ipsos από τον Φεβρουάριο έως τον Απρίλιο του 2026, σε δείγμα 8.205 επιχειρήσεων από τις 21 χώρες της Ευρωζώνης

Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

3 χρόνια αυξήθηκε σε μια δεκαετία ο πραγματικός χρόνος παραμονής των Ελλήνων στην αγορά εργασίας,

3 χρόνια αυξήθηκε σε μια δεκαετία ο πραγματικός χρόνος παραμονής των Ελλήνων στην αγορά εργασίας,

 




Πάνω από 3 χρόνια αυξήθηκε μέσα σε μια δεκαετία ο πραγματικός χρόνος παραμονής των Ελλήνων στην αγορά εργασίας, εξαιτίας των αλλαγών στο ασφαλιστικό σύστημα.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat η αναμενόμενη διάρκεια του εργασιακού βίου το 2025 αυξήθηκε στα 35,3 χρόνια, από 34,8 χρόνια το 2024 και από 32,1 χρόνια μια δεκαετία νωρίτερα, το 2014.

Σημειώνεται πως ο συγκεκριμένος δείκτης αποτελεί μια στατιστική εκτίμηση της συνολικής διάρκειας συμμετοχής ενός ατόμου στην αγορά εργασίας, είτε ως εργαζόμενου είτε ως ανέργου, με βάση τα σημερινά ποσοστά απασχόλησης και το προσδόκιμο ζωής.

Άρα ο δείκτης επηρεάζεται από τον χρόνο που κάποιος αποκτά πρόσβαση στην αγορά εργασίας ή ξεκινάει επίσημα να αναζητά δουλειά, κάτι που στατιστικά φαίνεται να συμβαίνει με κάποια καθυστέρηση στην Ελλάδα σε σχέση με άλλες χώρες της ΕΕ.

Αυτός είναι και ο λόγος που παρότι οι Έλληνες εμφανίζονται σταθερά – βάσει των στοιχείων της Eurostat – να εργάζονται τις περισσότερες ώρες την εβδομάδα (39,6), εν τούτοις στο συνολικό χρόνο του εργασιακού βίου βρίσκονται κάτω από το μέσο όρο της ΕΕ, ο οποίος το 2025 διαμορφώνεται στα 37,5 χρόνια, έναντι 37,2 το 2024.

Ωστόσο η αύξηση του χρόνου παραμονής στην αγορά εργασίας την τελευταία δεκαετία είναι μεγαλύτερη στην Ελλάδα σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ, καθώς αυτός έχει αυξηθεί κατά 2,3 χρόνια.

Οι «πρωταθλητές» της ΕΕ στον εργασιακό βίο

Σε επτά χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αναμενόμενη μέση διάρκεια του εργασιακού βίου φτάνει ή ξεπερνά τα 40 χρόνια. Πρόκειται για την Ολλανδία με 44 χρόνια, τη Σουηδία με 43,4, τη Δανία με 42,6, την Εσθονία με 41,5, την Ιρλανδία με 40,7, τη Γερμανία με 40,2 και τη Φινλανδία με 40,1 χρόνια.

Στον αντίποδα, τη μικρότερη μέση διάρκεια εργασιακού βίου καταγράφουν η Ρουμανία με 32,7 χρόνια, η Ιταλία με 33 και η Βουλγαρία με 34,6 χρόνια.

Χάσμα μεταξύ ανδρών και γυναικών

Σημαντικές αποκλίσεις καταγράφονται και στη σύγκριση του εργασιακού βίου μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Στην Ελλάδα μάλιστα καταγράφεται ένα από τα μεγαλύτερα χάσματα μεταξύ των δύο φύλων.  Συγκεκριμένα, η αναμενόμενη διάρκεια του εργασιακού βίου για τους άνδρες φθάνει τα 38,5 χρόνια, ενώ για τις γυναίκες περιορίζεται μόλις στα 31,8 χρόνια, επίδοση που αποτελεί τη δεύτερη χαμηλότερη στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά την Ιταλία.

Η εικόνα αυτή, όπως σημειώνει το Euro2day που δημοσιεύει και τα σχετικά στοιχεία της Eurostat, αποτυπώνει τις διαχρονικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες στην ελληνική αγορά εργασίας, τόσο ως προς την πρόσβαση όσο και ως προς τη διάρκεια της επαγγελματικής τους πορείας.

Στο σύνολο της ΕΕ, οι άνδρες εμφανίζονται να εργάζονται κατά μέσο όρο για 39,5 χρόνια. Τη μεγαλύτερη διάρκεια εργασιακού βίου μεταξύ των ανδρών καταγράφει η Ολλανδία με 45,9 χρόνια, ενώ ακολουθούν η Σουηδία και η Δανία με 44,5 χρόνια και οι δύο, καθώς και η Ιρλανδία με 43,4 χρόνια.

Αντίθετα, τη μικρότερη διάρκεια εργασιακού βίου για τους άνδρες παρουσιάζουν η Βουλγαρία με 35,9 χρόνια, η Ρουμανία με 36 και η Κροατία με 36,3 χρόνια. Για τις γυναίκες, η αναμενόμενη μέση διάρκεια του εργασιακού βίου στην ΕΕ διαμορφώνεται στα 35,4 χρόνια. Τις υψηλότερες επιδόσεις καταγράφουν η Σουηδία με 42,3 χρόνια, η Ολλανδία με 41,9 και η Εσθονία με 41,8 χρόνια.