Πάνω από 12 μήνες άνεργοι 6 στους 10 πτυχιούχους –
Η ενίσχυση της απασχόλησης και όχι η αύξηση των μισθών έφερε τη βελτίωση του (συνολικού) εισοδήματος.
Το newsletter του iEidiseis καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ.
Τα ατομικά εισοδήματα παραμένουν καθηλωμένα.
Αλλά η συνακόλουθη (της αυξημένης απασχόλησης) πτώση της ανεργίας έχει ορισμένα κακά ποιοτικά στοιχεία: 6 στους 10 ανέργους πτυχιούχους είναι μακροχρόνια άνεργοι…
Λογικό, μετά απ’ όλα αυτά, οι νέοι να φεύγουν στο εξωτερικό (brain drain). Και η φυγή των νέων να επιτείνει το δημογραφικό πρόβλημα…
Σύμφωνα με την ετήσια Έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ «το 2025 το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα ανερχόταν σε 19.400 ευρώ , έναντι 34.110 ευρώ στην ΕΕ των 27. Η Ελλάδα βελτίωσε τη θέση της σε σχέση με το 2019, όταν το αντίστοιχο μέγεθος ήταν 17.210 ευρώ, ωστόσο η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραμένει πολύ μεγάλη. Σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, η Ελλάδα βρίσκεται στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ, από 66% το 2019, γεγονός που δείχνει ότι η πρόοδος είναι πολύ μικρή. Η μεγέθυνση του ΑΕΠ, επομένως, δεν έχει μετατραπεί σε ουσιαστική σύγκλιση του βιοτικού επίπεδου.
Η ελληνική οικονομία επακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα πραγματικής αγοραστικής δύναμης.
Η περιορισμένη σύγκλιση αποτυπώνεται καθαρά στο πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Το 2025 το πραγματικό κατή κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα ανερχόταν σε 19.400 ευρώ, έναντι 34.110 ευρώ στην ΕΕ-27. Η Ελλάδα βελτίωσε τη θέση της σε σχέση με το 2019, όταν το αντίστοιχο μέγεθος ήταν 17.210 ευρώ. Ωστόσο, η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραμένει πολύ μεγάλη. Σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, η Ελλάδα βρίσκεται στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ, από 66% το 2019…
Και πού στηρίζεται η οικονομική μεγέθυνση; Στην ιδιωτική κατανάλωση… παραδοσιακά.
Το 2025 η κατανάλωση των νοικοκυριών αντιστοιχούσε στο 67,8% του ΑΕΠ στην Ελλάδα, έναντι 51,2% στην ΕΕ-27. Η απόκλιση αυτή δείχνει ότι η ελληνική μεγέθυνση επακολουθεί να στηρίζεται υπέρμετρα στην κατανάλωση και λιγότερο σε παραγωγικές επενδύσεις και την εξαγωγική δυναμική . Η κατανάλωση μπορεί να στηρίζει βραχυπρόθεσμα τη ζήτηση, αλλά δεν μπορεί να αποτελέσει από μόνη της βάση διατηρήσιμης μεγέθυνσης. Ιδίως όταν δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση των πραγματικών μισθών και της εγχώριας παραγωγικής ικανότητας.
Υγεία-Παιδεία
Αλλά, γιατί η Ελλάδα έχει τόσο υψηλή ιδιωτική κατανάλωση; Έχει τόσο υψηλές δαπάνες στο… σούπερ μάρκετ;
Λόγω δύο… αφύσικων δεδομένων: την υψηλή συμμετοχή (35%) στις δαπάνες υγείας (σ.σ. χωρίς να λογίζονται τα «φακελάκια», μόνο η ιδιωτική συμμετοχή στις διαγνωστικές εξετάσεις και τα ιδιωτικά θεραπευτήρια) και τα φροντιστήρια. Την μεγαλύτερη ιδιωτική δαπάνη για πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση στον κόσμο.
Άρα, δύο σημεία τεράστιας οικονομικής αιμορραγίας για τα νοικοκυριά αποτελούν ταυτόχρονα τη βάση για τη οικονομική μεγέθυνση (ανάπτυξη).
Το δεύτερο στοιχείο οικονομικής ανάπτυξης είναι η απασχόληση. Η μείωση της ανεργίας έπαιξε σημαντικό ρόλο, καλύπτοντας τη μη αύξηση των αποδοχών.
Ωστόσο, ένα στοιχείο προκαλεί ανησυχία: Οι πτυχιούχοι άνεργοι παραμένουν για μεγάλο διάστημα εκτός αγοράς εργασίας. Το 58% των πτυχιούχων είναι άνεργοι για περισσότερους από 12 μήνες. Και δεν πρόκειται μόνο για… Θεολόγους.
Η εικόνα του σημερινού συνταξιούχου στην Ελλάδα μοιάζει όλο και περισσότερο με έναν διαρκή αγώνα επιβίωσης απέναντι στηνακρίβεια. Με τη σύνταξη να τελειώνει πριν βγει ο μήνας, χιλιάδες ηλικιωμένοι προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα σε λογαριασμούς, φάρμακα, σούπερ μάρκετ και αυξανόμενα έξοδα διαβίωσης, σε μια περίοδο όπου το κόστος ζωής ανεβαίνει ταχύτερα από τα εισοδήματά τους.
Τα στοιχεία της έκθεσης «Ήλιος» για τον Αύγουστο αποτυπώνουν μια σκληρή πραγματικότητα: η πλειονότητα των κύριων συντάξεων παραμένει καθηλωμένη κάτω από τα 1.000 ευρώ, την ώρα που οι περισσότεροι συνταξιούχοι βρίσκονται πλέον σε ιδιαίτερα προχωρημένες ηλικίες.
Το προφίλ του μέσου συνταξιούχου είναι αρκετά συγκεκριμένο. Πρόκειται κυρίως για άνδρα ηλικίας από 66 έως 80 ετών, που κατοικεί κατά κανόνα στην Αττική ή στην Κεντρική Μακεδονία και λαμβάνει κύρια σύνταξη μεταξύ 500 και 1.000 ευρώ. Για πολλούς, αυτό το ποσό αποτελεί τη μοναδική σταθερή πηγή εισοδήματος μέσα στον μήνα.
Η μεγάλη εικόνα δείχνει ότι οι χαμηλές συντάξεις εξακολουθούν να κυριαρχούν. Σχεδόν έξι στις δέκα κύριες συντάξεις γήρατος – ποσοστό 57,32% – παραμένουν κάτω από το όριο των 1.000 ευρώ. Αντίθετα, μόνο τέσσερις στις δέκα ξεπερνούν αυτό το επίπεδο, γεγονός που αποτυπώνει τις έντονες πιέσεις που αντιμετωπίζει η μεγάλη μάζα των συνταξιούχων.
Η μέση κύρια σύνταξη διαμορφώνεται στα 865 ευρώ, ενώ η μέση επικουρική μόλις στα 196 ευρώ. Ακόμη και αν συνυπολογιστούν όλα τα είδη συντάξεων –γήρατος, θανάτου ή αναπηρίας– το συνολικό μέσο εισόδημα από συντάξεις φτάνει περίπου στα 1.041 ευρώ μικτά, ποσό που σε πολλές περιπτώσεις δεν επαρκεί για να καλύψει βασικές ανάγκες.
Πίσω από τους αριθμούς κρύβεται και μια έντονη δημογραφική πραγματικότητα. Η Ελλάδα των συνταξιούχων γερνάει ταχύτατα. Πάνω από ένας στους τέσσερις συνταξιούχους είναι πλέον άνω των 81 ετών, ενώ το μεγαλύτερο κομμάτι βρίσκεται μεταξύ 71 και 80 ετών. Οι ηλικίες αυτές συγκεντρώνουν και τη μεγαλύτερη ανάγκη για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, υποστήριξη και αυξημένες καθημερινές δαπάνες.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το 36,31% των συνταξιούχων είναι ηλικίας 71 έως 80 ετών, ενώ άλλο ένα 27,13% έχει ήδη περάσει το 81ο έτος της ηλικίας του. Αντίθετα, οι νεότεροι συνταξιούχοι αποτελούν πλέον ελάχιστη μειοψηφία.
Παράλληλα, τα στοιχεία αναδεικνύουν και τις ανισότητες ανάμεσα στις ηλικιακές ομάδες. Οι συνταξιούχοι ηλικίας 66 έως 70 ετών εμφανίζουν τις υψηλότερες αποδοχές, με μέσο εισόδημα από συντάξεις που ξεπερνά τα 1.130 ευρώ μικτά. Ακολουθούν οι ηλικίες 71 έως 75 ετών με μέσο ποσό κοντά στα 1.100 ευρώ.
Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι όσο περνούν τα χρόνια και οι παλαιότερες γενιές συνταξιούχων αντικαθίστανται από νεότερους ασφαλισμένους με διαφορετικά εργασιακά δεδομένα και εισφορές, δημιουργείται μια νέα «γεωγραφία» συντάξεων. Οι παλαιότεροι συνταξιούχοι, που σε αρκετές περιπτώσεις είχαν περισσότερα έτη ασφάλισης και υψηλότερες αποδοχές, εξακολουθούν να λαμβάνουν καλύτερες συντάξεις από πολλούς νεότερους δικαιούχους.
Το μεγαλύτερο βάρος των συντάξεων εξακολουθεί να συγκεντρώνεται στα μεγάλα αστικά κέντρα. Η Αττική παραμένει μακράν η περιφέρεια με τον μεγαλύτερο αριθμό καταβαλλόμενων συντάξεων, ξεπερνώντας τα 1,7 εκατομμύρια. Ακολουθεί η Κεντρική Μακεδονία με περισσότερες από 764 χιλιάδες συντάξεις, ενώ σημαντικοί αριθμοί καταγράφονται και στη Θεσσαλία και τη Δυτική Ελλάδα.
Συνολικά, οι συνταξιούχοι της χώρας ξεπερνούν πλέον τα 2,53 εκατομμύρια άτομα, αριθμός που αυξήθηκε ακόμη περισσότερο μέσα σε έναν μήνα. Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει και τη διαρκή πίεση που δέχεται το ασφαλιστικό σύστημα, καθώς οι συνταξιοδοτήσεις συνεχίζονται με σταθερό ρυθμό.
Μόνο τον Απρίλιο εκδόθηκαν περισσότερες από 28.800 νέες συντάξεις, με τη σχετική δαπάνη να ξεπερνά τα 17 εκατ. ευρώ. Ταυτόχρονα καταβλήθηκαν αναδρομικά άνω των 85 εκατ. ευρώ για εκκρεμείς συντάξεις, δείχνοντας ότι παρά τη βελτίωση των ρυθμών απονομής, οι καθυστερήσεις εξακολουθούν να αφήνουν ισχυρό δημοσιονομικό αποτύπωμα.
Το βασικό συμπέρασμα, πάντως, παραμένει αμετάβλητο: η πλειονότητα των συνταξιούχων συνεχίζει να ζει με αποδοχές που δύσκολα συμβαδίζουν με τις σημερινές ανάγκες. Και όσο η ακρίβεια πιέζει το διαθέσιμο εισόδημα, η συζήτηση για τις πραγματικές αντοχές των συντάξεων θα επιστρέφει όλο και πιο έντονα στο προσκήνιο.
Η ανησυχία εστιάζεται κυρίως στο ενδεχόμενο ενός νέου ενεργειακού σοκ, καθώς μια σημαντική αύξηση στις διεθνείς τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου θα μπορούσε να ενισχύσει τον πληθωρισμό.
Σχέδιο προληπτικών παρεμβάσεων με «εργαλειοθήκη» μέτρων που περιλαμβάνει πιθανή επαναφορά επιδοτήσεων τύπου fuel pass, power pass αλλά και market pass επεξεργάζεται το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι επιπτώσεις ενός ενδεχόμενου νέου κύματος ακρίβειας.
Η προετοιμασία συνδέεται με το ενδεχόμενο κλιμάκωσης της κρίσης στη Μέση Ανατολή, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντική άνοδο των τιμών ενέργειας και να αναζωπυρώσει τις πληθωριστικές πιέσεις.
Η ανησυχία εστιάζεται κυρίως στο ενδεχόμενο ενός νέου ενεργειακού σοκ, καθώς μια σημαντική αύξηση στις διεθνείς τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου θα μπορούσε να ενισχύσει τον πληθωρισμό και να περιορίσει την κατανάλωση σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ορισμένοι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι εάν η τιμή του πετρελαίου κινηθεί προς τα 100 δολάρια το βαρέλι, οι πιέσεις στις ευρωπαϊκές οικονομίες θα ενταθούν αισθητά.
Στο πλαίσιο αυτό, τα πρώτα εργαλεία που εξετάζονται αφορούν την αγορά ενέργειας. Στο τραπέζι βρίσκονται παρεμβάσεις στις τιμές καυσίμων αλλά και άλλες κινήσεις που θα μπορούσαν να περιορίσουν την επιβάρυνση για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Εφόσον διαπιστωθεί ότι οι αυξήσεις τιμών περνούν από τη χονδρική στη λιανική αγορά, το οικονομικό επιτελείο εξετάζει την ενεργοποίηση στοχευμένων παρεμβάσεων στήριξης εισοδήματος. Μεταξύ των επιλογών που βρίσκονται στην «εργαλειοθήκη» είναι επιδόματα για την αντιστάθμιση του αυξημένου κόστους καυσίμων στα πρότυπα του fuel pass, επιστροφές για επιβαρύνσεις στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος αντίστοιχες με τα power pass που είχαν εφαρμοστεί την περίοδο της ενεργειακής κρίσης, αλλά και ενισχύσεις για την κάλυψη μέρους των δαπανών τροφίμων μέσω παρεμβάσεων τύπου market pass. Τα μέτρα αυτά θα στοχεύουν κυρίως τα χαμηλότερα και μεσαία εισοδήματα.
Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, σε πρώτη φάση θα αξιολογηθεί η ανάγκη στήριξης κυρίως στο σκέλος των καυσίμων, ενώ η ενεργοποίηση μέτρων για την κατανάλωση τροφίμων θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο οι αυξήσεις τιμών περάσουν με ένταση στην αγορά. Σε ό,τι αφορά τα δημοσιονομικά περιθώρια, οι μέχρι στιγμής ενδείξεις δείχνουν ότι ο κρατικός προϋπολογισμός κινείται κοντά στους στόχους. Πληροφορίες αναφέρουν ότι ο Φεβρουάριος έκλεισε κοντά στις προβλέψεις, μετά την υστέρηση που είχε καταγραφεί στα φορολογικά έσοδα τον Ιανουάριο, η οποία αποδόθηκε κυρίως στις επιπτώσεις των αγροτικών κινητοποιήσεων. Ωστόσο, η πορεία της οικονομίας θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Στο δυσμενές σενάριο, εκτιμάται ότι η ανάπτυξη θα μπορούσε να επιβραδυνθεί κατά περίπου μισή ποσοστιαία μονάδα, υποχωρώντας κοντά στο 1,9%, ενώ η κατανάλωση θα περιοριζόταν περίπου στο 1% και οι επενδύσεις θα κατέγραφαν αισθητή επιβράδυνση.
Το ερώτημα εάν μέτρα όπως τα fuel pass, power pass και market pass επαρκούν για να συγκρατήσουν τις επιπτώσεις ενός νέου κύματος ακρίβειας εξαιτίας της κρίσης στη Μέση Ανατολή εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια και την ένταση της κρίσης. Τα συγκεκριμένα εργαλεία έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά ως προσωρινές παρεμβάσεις, καθώς μπορούν να προσφέρουν γρήγορη ανακούφιση στα νοικοκυριά από τις αυξήσεις στα καύσιμα, στην ενέργεια και στα βασικά είδη διατροφής. Ωστόσο, σχεδιάστηκαν κυρίως για βραχυπρόθεσμες κρίσεις και όχι για παρατεταμένες περιόδους υψηλού πληθωρισμού.
Εάν η ένταση στη Μέση Ανατολή παραμείνει περιορισμένη χρονικά και οι διεθνείς τιμές ενέργειας υποχωρήσουν μετά από ένα σύντομο διάστημα αναταραχής, τέτοιου τύπου στοχευμένες επιδοτήσεις θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως «γέφυρα» για τα νοικοκυριά, απορροφώντας μέρος των αυξήσεων μέχρι να σταθεροποιηθούν οι αγορές. Σε αυτή την περίπτωση, τα pass θα μπορούσαν να περιορίσουν τις πιο έντονες κοινωνικές και οικονομικές πιέσεις χωρίς να επιβαρύνουν υπερβολικά τα δημόσια οικονομικά.
Αντίθετα, σε ένα σενάριο παρατεταμένης γεωπολιτικής έντασης που θα διατηρήσει υψηλές τις τιμές πετρελαίου, φυσικού αερίου και βασικών εμπορευμάτων για πολλούς μήνες, τα συγκεκριμένα μέτρα δύσκολα θα επαρκέσουν από μόνα τους. Η εμπειρία της ενεργειακής κρίσης των προηγούμενων ετών δείχνει ότι οι προσωρινές επιδοτήσεις μπορούν να μετριάσουν το κόστος για ένα διάστημα, αλλά δεν μπορούν να αντισταθμίσουν πλήρως μια διαρκή άνοδο των τιμών. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον θα απαιτούνταν είτε πιο μόνιμες παρεμβάσεις στην αγορά ενέργειας είτε ευρύτερα μέτρα στήριξης εισοδήματος.
Τέλος, η αποτελεσματικότητα των pass εξαρτάται και από το πόσο βαθιά θα περάσουν οι αυξήσεις στην πραγματική οικονομία. Αν η άνοδος των τιμών ενέργειας μετακυλιστεί στα τρόφιμα, στις μεταφορές και στο σύνολο της παραγωγικής αλυσίδας, τότε η ακρίβεια θα γίνει πιο διάχυτη και η ανάγκη για ευρύτερες πολιτικές θα είναι μεγαλύτερη.
Ραγδαία είναι η αύξηση των αιτήσεων γιασυνταξιοδότησημέσα στο 2025, η οποία συνδέεται άμεσα με την ανασφάλεια για το μέλλον των ορίων ηλικίας.
Σύμφωνα με τα επίσημα δεδομένα, η τάση συνταξιοδότησης ενισχύθηκε σημαντικά μέσα σε έναν χρόνο:
Το 2024 καταγράφηκαν 197.228 νέες αιτήσεις.
Το 2025 ο αριθμός εκτοξεύθηκε στις 225.803, επιβεβαιώνοντας τη μαζική έξοδο από την αγορά εργασίας.
Το «κλειδί» των ορίων ηλικίας
Όπως εξήγησε ο Αλέξης Μητρόπουλος, ο βασικός κινητήριος μοχλός αυτής της φυγής είναι ο φόβος για επικείμενη αύξηση των ορίων ηλικίας από την 1η Ιανουαρίου 2027. Ένα ιδιαίτερο κοινωνικό χαρακτηριστικό είναι ότι 7 στις 10 αιτήσεις υποβάλλονται από γυναίκες, οι οποίες φαίνεται να σπεύδουν να κατοχυρώσουν τα δικαιώματά τους.
Παράλληλα, καταγράφεται εντυπωσιακή αύξηση των απασχολούμενων συνταξιούχων. Μετά τις πρόσφατες αλλαγές στο καθεστώς εργασίας τους, ο αριθμός τους έφτασε τις 300.000, όταν πέρυσι δεν ξεπερνούσε τις 25.000.
Στον «πάτο» της Ευρωζώνης οι αγροτικές συντάξεις
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο καθηγητής εργατικού δικαίου στο χαμηλό επίπεδο των απολαβών για τον αγροτικό κόσμο, τονίζοντας ότι οι αγροτικές συντάξεις στην Ελλάδα παραμένουν οι χαμηλότερες σε όλη την Ευρωζώνη. Τα νούμερα είναι αποκαλυπτικά για την πραγματικότητα που βιώνουν οι δικαιούχοι:
Αύξηση της τάξης των 40 έως 50 ευρώ μηνιαίως στον κατώτατο μισθό του ιδιωτικού τομέα, αλλά και στον εισαγωγικό μισθό του Δημοσίου, περιλαμβάνουν τα σενάρια που εξετάζει το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης για την τόνωση των αποδοχών των εργαζομένων την επόμενη χρονιά, πέραν των φοροελαφρύνσεων που θα εφαρμοστούν από την 1η Ιανουαρίου του 2026.
Την αύξηση προδιέγραψαν ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, αλλά και ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, λέγοντας, κατά τη συζήτηση που έγινε στη Βουλή για την ψήφιση του Κρατικού Προϋπολογισμού του 2026, ότι με τη νέα αύξηση ο κατώτατος μισθός θα έχει ενισχυθεί σωρευτικά πάνω από 40% σε σχέση με τα 650 ευρώ που ήταν τον Φεβρουάριο του 2019. Αυτό σημαίνει ότι ο κατώτατος μισθός με τη νέα αύξηση θα διαμορφωθεί γύρω στα 920 με 930 ευρώ.
Με δεδομένο ότι υπολείπονται 70 ευρώ για να φτάσει ο κατώτατος στα 950 ευρώ, που είναι ο στόχος της κυβέρνησης έως την άνοιξη του 2027, τα σενάρια που θα εξεταστούν από την κυβέρνηση είναι δύο:
Το μετριοπαθές σενάριο, που προβλέπει η αύξηση να μοιραστεί στη μέση, με τα 35 ευρώ να προστίθενται τον Απρίλιο του 2026 και τα άλλα 35 ευρώ την άνοιξη του 2027. Με το σενάριο αυτό ο κατώτατος μισθός από τα 880 ευρώ, που είναι τώρα για τον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα, θα διαμορφωθεί στα 915 ευρώ τουλάχιστον την 1η Απριλίου του 2026 και άλλα 35 ευρώ να δοθούν τον Απρίλιο του 2027, ώστε ο κατώτατος μισθός να διαμορφωθεί στα 950 ευρώ.
Το σενάριο για μια εμπροσθοβαρή αύξηση του κατώτατου μισθού το 2026 με ένα ποσό της τάξης των 40 έως 50 ευρώ τον μήνα και μία δεύτερη αύξηση ανάλογου ύψους την άνοιξη του 2027, που θα φέρει τον κατώτατο μισθό κοντά στα 980 ευρώ. Από τα δύο σενάρια κερδίζει έδαφος η εμπροσθοβαρής αύξηση του κατώτατου μισθού με ένα ποσό κοντά στα 50 ευρώ από τον Απρίλιο του 2026, αφενός, λόγω της ακρίβειας που πλήττει, κυρίως, τους χαμηλόμισθους και, αφετέρου, λόγω της συμφωνίας των κοινωνικών εταίρων με το υπουργείο Εργασίας για την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων που θα φέρει αυξήσεις μισθών έως και 15%, οπότε θα τραβήξουν αναγκαστικά προς τα πάνω και τον κατώτατο.
Διαβούλευση
Η συζήτηση για τον νέο κατώτατο μισθό ξεκινά από την αρχή του νέου έτους, καθώς η υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Νίκη Κεραμέως, προανήγγειλε την εκκίνηση της διαβούλευσης με τους κοινωνικούς εταίρους από τον Ιανουάριο με την αποστολή προσκλήσεων για να καταθέσουν τις προτάσεις τους. Θα ακολουθήσει πόρισμα διαβούλευσης και στα μέσα Μαρτίου το αργότερο η υπουργός θα εισηγηθεί την αύξηση για τον κατώτατο μισθό που θα ισχύσει από την 1η Απριλίου 2026.
Ο νέος κατώτατος μισθός θα είναι ίδιος για τον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα, με τη διαφορά ότι η αύξηση για το Δημόσιο θα εφαρμοστεί οριζόντια σε όλους τους βασικούς μισθούς όλων των κλιμακίων και σε όλες τις κατηγορίες υπαλλήλων (Υποχρεωτικής, Δευτεροβάθμιας, Τεχνολογικής και Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης).
Μεγαλύτερη άνοδος στα «καθαρά»
Η αύξηση στον κατώτατο μισθό θα συνδυαστεί με τη μείωση της μηνιαίας παρακράτησης φόρου που θα ισχύσει από 1/1/2026 για τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους, ενώ γα τους επαγγελματίες οι μειώσεις φόρων θα ισχύσουν από το 2027, που θα δηλωθούν τα εισοδήματα του 2026.
Ειδικά για 270.000 εργαζομένους νέους έως 30 ετών, που κατά κανόνα αμείβονται με τον κατώτατο, η ωφέλεια θα είναι διπλή. Πέρα από την αύξηση των βασικών αποδοχών, για εισόδημα έως 20.000 ευρώ, θα έχουν μηδενικό φόρο όσοι είναι έως 25 ετών και μείωση κρατήσεων στο 9% από 22% όσοι είναι από 26 έως 30 ετών.
Για παράδειγμα:
Νέος από 20 έως 25 ετών που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό των 880 ευρώ σήμερα μικτά, μετά τις ασφαλιστικές κρατήσεις και τον φόρο τού μένουν στην τσέπη 743 ευρώ τον μήνα. Από 1/1/2026 ο φόρος μηδενίζεται και θα παίρνει καθαρά 762 ευρώ. Με αύξηση κατά 50 ευρώ (ή κατά 5,7%) τον Απρίλιο του 2026 και με τον κατώτατο στα 930 ευρώ, τα καθαρά θα είναι 806 ευρώ. Αν δεν αποφασιζόταν η κατάργηση του φόρου για τους νέους από 25 έως 30 ετών, τα καθαρά θα ήταν 777 ευρώ. Το κέρδος στα καθαρά με τη νέα αύξηση του κατώτατου μισθού και την κατάργηση του φόρου θα είναι 63 ευρώ τον μήνα.
Νέος από 25 έως 30 ετών που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό των 880 ευρώ σήμερα μικτά, μετά τις ασφαλιστικές κρατήσεις και τον φόρο τού μένουν στην τσέπη 743 ευρώ τον μήνα. Από 1/1/2026 ο φόρος μειώνεται και θα παίρνει καθαρά 750 ευρώ. Με αύξηση κατά 50 ευρώ (ή κατά 5,7%) τον Απρίλιο του 2026 και με τον κατώτατο στα 930 ευρώ, τα καθαρά θα είναι 789 ευρώ, ενώ, αν δεν αποφασιζόταν η μείωση του φόρου για τους νέους από 25 έως 30 ετών, τα καθαρά θα ήταν 777 ευρώ. Το κέρδος στα καθαρά με τη νέα αύξηση του κατώτατου μισθού και τη μείωση του φόρου θα είναι 46 ευρώ τον μήνα.
Εγγαμος εργαζόμενος 37 ετών, ο οποίος αμείβεται με κατώτατο μισθό, λαμβάνει επίδομα γάμου, έχει 2 παιδιά και 3 τριετίες, σήμερα παίρνει μικτά 1.258 ευρώ και καθαρά 1.018 ευρώ με δύο παιδιά. Από 1/1/2026 ο φόρος μειώνεται και τα καθαρά αυξάνονται σε 1.025 ευρώ. Με αύξηση κατά 5,7% τον Απρίλιο του 2026, θα παίρνει 1.330 ευρώ μικτά και τα καθαρά θα είναι 1.076 ευρώ, με αύξηση κατά 58 ευρώ τον μήνα από τα καθαρά που παίρνει σήμερα.
Ποιοι κλάδοι θα δουν απολαβές έως 20% πάνω
Το «ξεπάγωμα» των συλλογικών συμβάσεων σηματοδοτεί την επαναφορά των κλαδικών συμβάσεων για ουσιαστικές αυξήσεις μισθών που θα είναι πολύ πιο πάνω από τον εκάστοτε κατώτατο μισθό.
Οι αυξήσεις που θα φέρουν οι συλλογικές κλαδικές συμβάσεις θα είναι πάνω από 10% στις βασικές αποδοχές και μαζί με τα επιδόματα μπορεί να φτάνουν έως και 20% πάνω από τον εκάστοτε κατώτατο μισθό, σε κλάδους όπως οι μεταφορές, ο τομέας των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών και των εμπορικών καταστημάτων, που έληξαν από το 2012, χωρίς να ανανεωθούν. Αυξήσεις θα φέρουν και οι συμβάσεις από τον βιομηχανικό κλάδο, που επίσης δεν έχουν υπογραφεί τα τελευταία χρόνια.
Το όφελος από την επαναφορά των συμβάσεων, πέραν των αυξήσεων, θα είναι και ότι πολλοί εργαζόμενοι που σήμερα αμείβονται με τον κατώτατο μισθό θα μετακινηθούν σε υψηλότερους «κλαδικούς» μισθούς.
Στην πράξη, τα 880 ευρώ τον μήνα χωρίς επιδόματα που λαμβάνουν σήμερα πολλοί εργαζόμενοι θα γίνουν 1.000 και 1.200 ευρώ με την υπογραφή κλαδικών συμβάσεων.
Πόσο θα αυξηθεί ο κατώτατος μισθός σε μικτά και καθαρά
Αγαμοι 25 έως 30 ετών
Κατηγορίες
Κατώτατος μισθός σήμερα
Κατώτατος μισθός 1/4/2026 (1)
Αύξηση από 1/4/2026 στα καθαρά
Αγαμος+τριετίες
Μικτά
Καθαρά
Μικτά
Καθαρά (2)
Βασικό ποσό
880€
743€
930€
789€ (777€)
46€
1 τριετία
968€
802€
1.023€
862€ (839€)
60€
2 τριετίες
1.056€
861€
1.116€
934€ (900€)
73€
3 τριετίες
1.144€
919€
1.209€
1.006€ (962€)
87€
(1) Με αύξηση κατά 50 ευρώ στο βασικό ποσό από 1/4/2026. (2) Σε παρένθεση τα καθαρά αν δεν εφαρμόζονταν οι μειώσεις φόρων για νέους έως 30 ετών.
Εγγαμοι άνω των 30 ετών
Κατηγορίες
Κατώτατος μισθός σήμερα
Κατώτατος μισθός 1/4/2026 (1)
Αύξηση από 1/4/2026 στα καθαρά
Εγγαμος+τριετίες +10% γάμου
Μικτά
Καθαρά χωρίς παιδιά
Καθαρά με 1 παιδί
Καθαρά με 2 παιδιά
Μικτά
Καθαρά χωρίς παιδιά
Καθαρά με 1 παιδί
Καθαρά με 2 παιδιά
Χωρίς παιδιά
Με 1 παιδί
Με 2 παιδιά
Βασικό ποσό
968€
802€
811€
827€
1.023€
843€
849€
859€
41€
38€
32€
1 τριετία
1.065€
867€
876€
891€
1.126€
913€
921€
932€
46€
45€
41€
2 τριετίες
1.162€
931€
939€
955€
1.228€
982€
991€
1.005€
51€
52€
50€
3 τριετίες
1.258€
994€
1.003€
1.018€
1.330€
1.050€
1.061€
1.076€
56€
58€
58€
(*) Με αύξηση κατά 50 ευρώ στο βασικό ποσό από 1/4/2026.
Η πανελλαδική μέση τιμή της βενζίνης και του diesel παραμένει σημαντικά υψηλότερη από τον παγκόσμιο μέσο όρο, επιβαρύνοντας τον Έλληνα καταναλωτή σε σύγκριση με άλλες χώρες.
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία του GlobalPetrolPrices.com, η μέση τιμή της βενζίνης στον κόσμο διαμορφώνεται περίπου στα 1,30 δολάρια ανά λίτρο τον Δεκέμβριο του 2025, με σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ διαφορετικών γεωγραφικών περιοχών και οικονομικών πολιτικών. Σε χώρες παραγωγούς πετρελαίου ή με κρατικές επιδοτήσεις, όπως σε πολλές περιοχές της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής, η βενζίνη πωλείται πολύ φθηνότερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Σε μερικές περιπτώσεις, όπως στην Αίγυπτο, η τιμή βρίσκεται σε επίπεδα κοντά στα 0,30 δολάρια το λίτρο, χάρη στον κρατικό έλεγχο και επιδοτήσεις.
Αντίθετα, σε πολλές ανεπτυγμένες χώρες, ειδικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι τιμές είναι πολύ υψηλότερες λόγω της βαριάς φορολογίας στα καύσιμα. Στην Ελλάδα, η μέση τιμή της απλής αμόλυβδης βενζίνης ανέρχεται στα 1,743 ευρώ ανά λίτρο, δηλαδή περίπου 20% υψηλότερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο, που αντιστοιχεί σε περίπου 1,44 ευρώ (με βάση την τρέχουσα ισοτιμία). Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και στο diesel κίνησης, όπου η μέση τιμή στη χώρα μας είναι 1,546 ευρώ το λίτρο, σε σύγκριση με περίπου 1,24 δολάρια διεθνώς.
Οι διαφορές αυτές αντικατοπτρίζονται και στο ευρύτερο διεθνές περιβάλλον. Χώρες με σημαντική παραγωγή και εξαγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου – κυρίως στη Μέση Ανατολή, στη Βόρεια Αφρική και σε τμήματα της Κεντρικής Ασίας – μπορούν να προσφέρουν στους κατοίκους τους πολύ πιο χαμηλές τιμές καυσίμων, κάτω από τον παγκόσμιο μέσο όρο.
Αντίθετα, στην Ευρώπη οι υψηλοί φόροι και τα τέλη μεταφοράς και διανομής επιβαρύνουν την τελική τιμή που φτάνει στον καταναλωτή, οδηγώντας σε τιμές που συχνά ξεπερνούν κατά πολύ τον παγκόσμιο μέσο όρο. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, οι τιμές παραμένουν στα χαμηλότερα επίπεδα του διεθνούς φάσματος, κυρίως λόγω της χαμηλότερης φορολογίας στα καύσιμα και της ισχυρής εγχώριας παραγωγής.
Εκτός από τη βενζίνη και το diesel, διαφοροποιήσεις παρατηρούνται και στο φυσικό αέριο θέρμανσης. Ο παγκόσμιος μέσος όρος για οικιακή χρήση διαμορφώνεται περίπου στα 0,09 δολάρια ανά kWh, με σημαντικές αποκλίσεις ανάλογα με την παραγωγική ικανότητα κάθε χώρας και τα τέλη δικτύου. Το πετρέλαιο θέρμανσης επίσης καταγράφει έντονες διαφοροποιήσεις στις τιμές από χώρα σε χώρα, ανάλογα με το φορολογικό καθεστώς και τις επιδοτήσεις.
Συνολικά, η εικόνα από τις διεθνείς βάσεις δεδομένων δείχνει ότι χώρες με εγχώρια παραγωγή ενέργειας ή με στρατηγικές επιδοτήσεων μπορούν να προσφέρουν φθηνότερα καύσιμα στους πολίτες τους, ενώ κράτη με βαριά φορολογία και επιπλέον ρυθμιστικά τέλη εμφανίζουν σημαντικά πιο υψηλές τιμές στην αντλία, με την Ελλάδα να βρίσκεται σε υψηλές θέσεις στον διεθνή χάρτη του κόστους ενέργειας.
Παρά τη συνεχή υποχώρηση της ανεργίας στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2009, η ελληνική οικονομία του 2025 αντιμετωπίζει ένα έντονο και διευρυνόμενο πρόβλημα: την έλλειψη εργατικού δυναμικού σε κρίσιμους κλάδους που στηρίζουν την ανάπτυξη και τα δημόσια έσοδα. Στα νησιά του Αιγαίου πολλά ξενοδοχεία άνοιξαν με λιγότερο προσωπικό από όσο απαιτούνταν, στην Αττική οι εργολάβοι ανεβάζουν τα ημερομίσθια χωρίς να βρίσκουν εργάτες, ενώ στις αγροτικές περιοχές οι παραγωγοί περιμένουν εργατικά χέρια που δεν φτάνουν ποτέ.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι, παρά την αποκλιμάκωση των κενών θέσεων σε ορισμένους τομείς, η αγορά εργασίας παραμένει «σφιχτή», ιδιαίτερα στον τουρισμό και την οικοδομή. Ο ΟΟΣΑ προσθέτει πως στο δεύτερο τρίμηνο του 2025 το κόστος εργασίας στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 8,7% σε ετήσια βάση, κάτι που αποδίδεται τόσο στις αυξήσεις μισθών όσο και στη δυσκολία κάλυψης θέσεων. Στην ίδια εικόνα, η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει ότι οι «εμφανιζόμενες ελλείψεις» αποτελούν πλέον έναν από τους βασικούς περιοριστικούς παράγοντες της οικονομίας.
Ο τουρισμός αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Για τη σεζόν του 2025 εκτιμήσεις κάνουν λόγο για 80.000 κενές θέσεις σε ξενοδοχεία και εστίαση. Οι ανάγκες αφορούν ειδικότητες όπως μάγειρες, σερβιτόρους, καμαριέρες, τεχνικούς υποστήριξης και ναυαγοσώστες. Πολλές επιχειρήσεις αναζήτησαν προσωπικό από το εξωτερικό, άλλες βελτίωσαν παροχές διαμονής και σίτισης, ενώ αρκετές λειτούργησαν με μειωμένο προσωπικό. Τα πραγματικά κενά, σύμφωνα με την ίδια εικόνα, ενδέχεται να είναι μεγαλύτερα, επηρεάζοντας την ποιότητα των υπηρεσιών και την αξία της τουριστικής εμπειρίας. Κάθε κενή θέση δεν σημαίνει μόνο απώλεια παραγωγής, αλλά και απώλεια φορολογητέου εισοδήματος και ασφαλιστικών εισφορών.
Αντίστοιχες πιέσεις καταγράφονται και στις κατασκευές. Έρευνες δείχνουν αύξηση της απασχόλησης στον κλάδο άνω του 5% στο πρώτο τρίμηνο του 2025, όμως οι ελλείψεις εργατών παραμένουν σημαντικές. Σε αρκετές περιπτώσεις, ειδικά σε έργα σε τουριστικές περιοχές, τα ημερομίσθια ανειδίκευτων εργατών έχουν φτάσει σε επίπεδα που έως πριν λίγα χρόνια αντιστοιχούσαν σε έμπειρους τεχνίτες. Με δεδομένο ότι η κατασκευαστική δραστηριότητα αποτελεί βασικό πυλώνα ανάπτυξης, οι ελλείψεις δεν περιορίζουν μόνο το ΑΕΠ, αλλά και τα φορολογικά έσοδα από εισόδημα, ΦΠΑ και ασφαλιστικές εισφορές.
Στην αγροτική οικονομία και τη μεταποίηση, το πρόβλημα εμφανίζεται ακόμη βαθύτερο. Μελέτες για τη μετανάστευση εργατών αναφέρουν ότι η Ελλάδα χρειάζεται περίπου 360.000 ξένους εργαζόμενους για να καλύψει θέσεις σε γεωργία, τουρισμό και κατασκευές, όμως έχει εξασφαλίσει περίπου το ένα τέταρτο. Αυτό μεταφράζεται σε πίεση για την ολοκλήρωση συγκομιδών, σε δυσκολία συγκράτησης των τιμών τροφίμων και σε κίνδυνο αποσταθεροποίησης κρίσιμων τμημάτων της παραγωγικής αλυσίδας.
Η εικόνα, όπως περιγράφεται, δεν περιορίζεται στα παραδοσιακά επαγγέλματα. Η ζήτηση για ψηφιακές και πράσινες δεξιότητες αυξάνεται ταχύτερα από την προσφορά, ενώ οι ελλείψεις σε ειδικότητες τεχνολογίας, ενεργειακής αναβάθμισης και διαχείρισης δεδομένων χαρακτηρίζονται ως δομικό πρόβλημα. Η Ελλάδα τοποθετείται ανάμεσα στις χώρες που πρέπει να επενδύσουν περισσότερο στην επανακατάρτιση, ώστε η περιορισμένη προσφορά να μην εξελιχθεί σε φρένο για τις επενδύσεις των επόμενων ετών.
Όσο η ανάπτυξη «συγκρούεται» με την έλλειψη ανθρώπων, τόσο γίνεται πιο ορατό ότι το ζήτημα δεν είναι μόνο αναπτυξιακό αλλά και φορολογικό. Η φορολογητέα βάση της εργασίας διευρύνεται όταν δημιουργούνται νέες θέσεις, οι εργαζόμενοι αμείβονται καλύτερα και η απασχόληση είναι δηλωμένη. Σε κλάδους με χιλιάδες κενές θέσεις, όπως ο τουρισμός και οι κατασκευές, το Δημόσιο χάνει έσοδα από μισθούς και εισφορές, ενώ σε τομείς με υποδηλωμένη ή περιστασιακή εργασία, όπως η αγροτική γη, το έλλειμμα εμφανίζεται διπλό, με χαμηλότερη παραγωγικότητα και χαμηλότερα φορολογικά έσοδα.
Η Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με τις αναλύσεις που επικαλείται το δημοσίευμα, σημειώνει ότι η καλή πορεία των φορολογικών εσόδων το 2024–2025 στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην αύξηση της απασχόλησης και στη βελτίωση των εισοδημάτων. Αν ο αριθμός των εργαζομένων σταθεροποιηθεί χαμηλότερα από τις ανάγκες της οικονομίας, τα σενάρια αυτά γίνονται πιο εύθραυστα.
Στο πλαίσιο των αντιδράσεων, αναφέρονται συμφωνίες με τρίτες χώρες για εποχική ή εξειδικευμένη εργασία και καμπάνιες επαναπατρισμού Ελλήνων του εξωτερικού, με κίνητρο τη μείωση του φόρου εισοδήματος κατά 50% για επτά έτη. Η εικόνα της αγοράς εργασίας το 2025 παρουσιάζεται ως σύνθετη, με μείωση της ανεργίας και αύξηση μισθών, αλλά και με μια οικονομία που δεν μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς επαρκές ανθρώπινο δυναμικό. Σύμφωνα με την ίδια προσέγγιση, η επόμενη διετία θα δείξει αν η Ελλάδα θα καταφέρει να διευρύνει το εργατικό της δυναμικό, μέσω προσέλκυσης ή κατάρτισης, ώστε οι κλάδοι που σήμερα αντιμετωπίζουν ελλείψεις να στηρίξουν την ανάπτυξη.
Μέχρι σήμερα έχουν αποδοθεί περισσότερα από 6,5 εκατομμύρια προσωπικοί αριθμοί, καλύπτοντας περίπου 9,3 εκατομμύρια πολίτες. Η διαδικασία είναι απλή, χωρίς ταλαιπωρία, και συνοδεύεται από επιβεβαίωση στοιχείων ώστε τα μητρώα του Δημοσίου να αποκτήσουν μια πλήρη και ενιαία εικόνα.
Ο προσωπικός αριθμός είναι διαθέσιμος μέσω της πλατφόρμας pa.gov.gr και στο ψηφιακό Wallet, όπου οι πολίτες μπορούν να δουν τον αριθμό τους και να επιβεβαιώσουν τα στοιχεία τους. Για τους ανήλικους, η απόδοση γίνεται αυτόματα με την έκδοση ΑΦΜ ή ΑΜΚΑ, ενώ όσοι διαμένουν στο εξωτερικό μπορούν να εξυπηρετηθούν από τα ελληνικά προξενεία.
Η χρήση του προσωπικού αριθμού δεν συγκεντρώνει όλα τα προσωπικά δεδομένα σε ένα σημείο ούτε επιτρέπει πρόσβαση σε τρίτους. Τα δεδομένα παραμένουν στα αντίστοιχα φορολογικά, ασφαλιστικά και υγειονομικά μητρώα, σύμφωνα με τις οδηγίες της Αρχής Προστασίας Δεδομένων.
Όπως εξήγησε ο κ. Αναγνωστόπουλος, πολίτες χωρίς ΑΦΜ ή ΑΜΚΑ δεν μπορούν να αποκτήσουν προσωπικό αριθμό. Υπάρχουν επίσης άτομα καταγεγραμμένα στα μητρώα αλλοδαπών, για τα οποία η διαδικασία έκδοσης θα γίνει στο μέλλον. Παράλληλα, κάποιοι πολίτες αντιμετωπίζουν προβλήματα λόγω ελλιπούς καταγραφής στοιχείων προηγούμενων δεκαετιών και συνιστάται να τα επιβεβαιώσουν άμεσα.
Η πλατφόρμα καταγράφει και τα ανασφάλιστα οχήματα. Έχουν σταλεί 408.000 ειδοποιητήρια, ενώ παράλληλα παρατηρείται σημαντική αύξηση στην ασφάλιση οχημάτων, χωρίς η διαδικασία να έχει εισπρακτικό χαρακτήρα.
Η κυβέρνηση καλεί τους πολίτες να ελέγχουν και να επιβεβαιώνουν τον προσωπικό τους αριθμό και να ασφαλίζουν τα οχήματά τους, διασφαλίζοντας συμμόρφωση και οδική ασφάλεια.
Μπορεί τοδημογραφικό να ασκεί σημαντικές πιέσεις στην οικονομία και την κοινωνία, με τηνΕλλάδανα βρίσκεται πλέον στο…«και πέντε», ωστόσο ηουσιαστική κοινωνική πολιτικήκαι ταμέτρα στήριξης… αγνοούνται.
Σεορά κυβερνήσεων αγνοούσε ή απλά παρέβλεπε μία κατάσταση που «σιγόβραζε» επί δεκαετίες, η δυναμική που απέκτησε ωστόσο την τελευταία 15ετία της κρίσης και των μνημονίων οδήγησε στη μεγάλη έξοδο των νέων προς το εξωτερικό και των κατοίκων της υπαίθρου προς τα αστικά κέντρα.
Απογοήτευση και προβληματισμός για τη δημιουργία οικογένειας
Σήμερα, σειρά ερευνών καταδεικνύει ότι οι νέοι κυριαρχούνται από απαισιοδοξία για το μέλλον. Η πρόσφατη έρευνα «Νέοι και Εργασία 2025» της Alco για λογαριασμό του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ που εστιάζει στη Gen Z (έως 29 ετών), αποκαλύπτει μία γενιάμορφωμένη και επισφαλή, με χαμηλούς μισθούς, περιορισμένες προοπτικές και υψηλά επίπεδα άγχους.
Μεταξύ άλλων διαπιστώνεται ότι:
Το 72% των νέων εργαζομένων δηλώνει ότι δεν διαβλέπει επαγγελματικές προοπτικές στη χώρα
Το 46% εκφράζει ενδιαφέρον να εργαστεί στο εξωτερικό
Το 79% πιστεύει πως η γενιά των γονιών του έζησε καλύτερες εργασιακές και κοινωνικές συνθήκες
Το 65% πιστεύει ότι δεν είναι εφικτό να δημιουργήσει οικογένεια με τις παρούσες συνθήκες εργασίας του.
Η Gen Z εμφανίζει περιορισμένη εμπιστοσύνη στο παρόν και το μέλλον, ενώ η αδυναμία συγκρότησης οικογένειας με βάση τις παρούσες εργασιακές συνθήκες αποκαλύπτει πως η επισφάλεια ξεπερνάει τον επαγγελματικό και εισχωρεί σε όλο το φάσμα του βίου.
Σε αντίστοιχα συμπεράσματα καταλήγει και η έρευνα της Metron Analysis για το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών, σύμφωνα με την οποία στις ηλικίες 17 – 45 ετών επικρατεί αίσθημα απαισιοδοξίας για την πορεία της χώρας:
Το 39% πιστεύει ότι σε 5-10 χρόνια η ζωή τους θα είναι χειρότερη
Η ακρίβεια συνεχίζει να αποτελεί το νο1 πρόβλημα που απασχολεί το 71% των πολιτών
Το 68% δηλώνει ότι έχει σκεφτεί το ενδεχόμενο μετανάστευσης
Το 70% νέων δηλώνουν ότι η οικονομική/στεγαστική δυσκολία τους αποτρέπει να κάνουν παιδιά, τα οποία βρίσκονται χαμηλά στις προτεραιότητες.
Μάλλον οι Έλληνες δεν είναι… «γκρινιάρηδες»
Παράλληλα, η πρόσφατη «Έκθεση για τη Φτώχεια στην Ελλάδα το 2025» του Ελληνικού Δικτύου για την Καταπολέμηση της Φτώχειας (EAPN Greece) και τα τελευταία στοιχεία της Eurostat καταδεικνύουν ότι οι Έλληνες βρίσκονται σε δεινή οικονομική θέση.
Σύμφωνα με την Έκθεση, το 2025:
Το 26,9% του πληθυσμού (2,74 εκατομμύρια) βιώνει κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού
Η παιδική φτώχεια παραμένει υψηλή (22,4%), την ώρα που ο κίνδυνος υλικής και κοινωνικής στέρησης αυξήθηκε.
Η ένταση εργασίας, οι χαμηλοί μισθοί, η εργασιακή ανασφάλεια και η αναντιστοιχία μεταξύ εισοδημάτων και υψηλών τιμών σε είδη πρώτης ανάγκης και ενέργειας εξακολουθούν να παγιδεύουν τους εργαζόμενους/ες στη φτώχεια
Το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα καλύπτει μόλις το 60% του ορίου φτώχειας.
Στην Έκθεση καταγράφεται επιδείνωση της στεγαστικής ανασφάλειας, του άγχους λόγω ζητημάτων ψυχικής υγείας και του ψηφιακού αποκλεισμού.
Επιπλέον, τα στοιχεία της Eurostat μπορεί να δείχνουν ότι μεσοσταθμικά το ποσοστό φτώχειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση υποχώρησε το 2024 σε σχέση με το 2023, ωστόσο η Ελλάδα κατατάσσεται πρώτη στην υποκειμενική φτώχεια.
Συγκεκριμένα, το 2024 το 17,4 % του πληθυσμού της ΕΕ θεωρήθηκε υποκειμενικά φτωχό, ενώ η Ελλάδα είχε το υψηλότερο ποσοστό ατόμων στη συγκεκριμένη κατηγορία (66,8%), ακολουθούμενη από τη Βουλγαρία (37,4%) και τη Σλοβακία (28,7%). Μάλιστα, η υποκειμενική φτώχεια ήταν υψηλότερη στα άτομα κάτω των 18.
Δημογραφικό: Ένα ζήτημα με πολλαπλές διαστάσεις
Το δημογραφικό αποτελεί ζήτημα με πολλαπλές διαστάσεις, εξηγεί στο Reader.gr ο Βύρων Κοτζαμάνης, καθηγητής Δημογραφίας και ερευνητής στο Ινστιτούτο Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ).
Η πρώτη, «στην οποία δεν έχουμε δώσει σημασία, είναι η υπέρμετρη συγκέντρωση πληθυσμού στον χώρο, καθώς το 85% διαμένει σε 1.000 από τους 12.500 κατοικούμενους οικισμούς».
Πρόκειται για φαινόμενο που «ξεκίνησε το 1950 με την εσωτερική μετανάστευση και είχε ως αποτέλεσμα μεγάλο μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδας να εμφανίζει πολλούς θανάτους και λίγες γεννήσεις, με αποτέλεσμα να έχουμε πολύ αρνητική “ζυγαριά” και να μειώνεται ο πληθυσμός με μεγάλη ταχύτητα».
Η δεύτερη, κατά τον κ. Κοτζαμάνη, είναι η μετανάστευση ως «αποτέλεσμα της κρίσης», καθώς «την τελευταία 15ετία η “ζυγαριά” είσοδοι – έξοδοι από τη χώρα έγινε αρνητική, ενώ έφυγαν κυρίως νέοι 25 – 40 ετών».
Ως αποτέλεσμα, η μείωση του πληθυσμού «αγγίζει» τις 720.000 άτομα, με τις 500.000 να αποδίδονται στο έλλειμμα από τις λιγότερες γεννήσεις και τους περισσότερους θανάτους.
Η τρίτη σχετίζεται με τη γήρανση του πληθυσμού, καθώς «οι ηλικιωμένοι ξεπερνούν το 23%, ενώ τη δεκαετία του 1950-1960 ήταν μόλις 6-7%». Ο κ. Κοτζαμάνης αποδίδει το φαινόμενο στην αύξηση του προσδόκιμου ζωής και στο γεγονός ότι από το 1980 και μετά μειώνονται οι γεννήσεις:
«Τα ζευγάρια που γεννήθηκαν από το 1955 και μετά κάνουν όλο και λιγότερα παιδιά, κατά μέσο όρο 2, ενώ όσα γεννήθηκαν από το 1980 και έπειτα, οι 45αρηδες του σήμερα, κάνουν λιγότερο από 1,5. Πρόκειται για κατάσταση που διαμορφώθηκε προοδευτικά».
Απουσία ευνοϊκού περιβάλλοντος και ερήμωση της υπαίθρου
Οι οικονομικές συνθήκες και η ποιότητα ζωής διαδραματίζουν πρωταρχικό ρόλο, ωστόσο «στην Ελλάδα δεν υπήρξε και δεν υπάρχει ευνοϊκό περιβάλλον για την οικογένεια και το παιδί», υπογραμμίζει ο Βύρων Κοτζαμάνης, παραπέμποντας στην αλλαγή του τρόπου ζωής και στην είσοδο των γυναικών στην εργασία:
«Όταν άρχισε να εισέρχεται μαζικά η γυναίκα στην αγορά εργασίας τη δεκαετία του 1980 και αυξήθηκε το επίπεδο εκπαίδευσης, χειραφετήθηκε, αποκτώντας ανεξαρτησία, ενώ παράλληλα υπήρχε έντονη αστικοποίηση. Ήδη μεταπολεμικά ξεκίνησε να αλλάζει το αξιακό μοντέλο και η αστική οικογένεια».
Αυτά «οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση, αφορούν τις ανεπτυγμένες χώρες και δεν περιορίζονται στην Ελλάδα. Οι γενικές τάσεις υπάρχουν στην Ευρώπη, ωστόσο δεν αιτιολογούν ότι βρισκόμαστε στις χώρες της ΕΕ με τον χαμηλότερο αριθμό παιδιών ανά γυναίκα, ενώ αλλού (Σκανδιναβικές Χώρες, Γαλλία, Ολλανδία κλπ), με τις ίδιες και πιθανότατα πιο έντονες τάσεις, δεν υπήρξε αντίστοιχο πρόβλημα».
Στις χώρες όπως αυτές, κατά τον καθηγητή, «τα ζευγάρια που γεννήθηκαν τη δεκαετία του 1980 κάνουν έναν αριθμό παιδιών κοντά στο 2, όπως επιθυμούν. Στην Ελλάδαδεν υπήρξε ευνοϊκό περιβάλλον για την οικογένεια και το παιδί, δεν προσαρμοστήκαμε, δεν πήραμε μέτρα και βρεθήκαμε σήμερα με 67.000 γεννήσεις και 127.000 θανάτους».
Ουσιαστικά «δεν δώσαμε σημασία στον σημαντικό ρόλο της δημογραφίας, στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη και στην εδαφική συνοχή, με αποτέλεσμα το 2024 να υπάρχουν νομοί με 350 θανάτους και 100 γεννήσεις».
«Για να αντισταθμίσουμε τη μείωση πρέπει τα ζευγάρια να κάνουν όλο και περισσότερα παιδιά και για να γίνει αυτό πρέπει να δημιουργήσουμε ένα εξαιρετικά ευνοϊκόπεριβάλλον», εξηγεί.
Ταυτόχρονα, «η εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση, η εγκατάλειψη του πρωτογενούς τομέα και η απουσία σχεδίου περιφερειακής ανάπτυξης και χωροταξικού σχεδιασμού οδήγησαν στην ερημοποίηση μεγάλου τμήματος κυρίως της ηπειρωτικής Ελλάδας».
Στην περιφέρεια, κατά τον κ. Κοτζαμάνη, «δεν υπάρχουν δυνατότητες για ευνοϊκή ζωή, από τη στιγμή που απουσιάζουν ευκαιρίες απασχόλησης, υποδομές, δίκτυα και κλείνουν σχολεία».
Ανεπαρκή μέτρα και απαισιοδοξία για το μέλλον
Ο καθηγητής στέκεται στην εκάστοτε κυβερνητικήπολιτικήγια το δημογραφικό, επισημαίνοντας τη διαχρονικήανεπάρκεια και την αδυναμία αποτελεσματικήςαντιμετώπισης των επιπτώσεων:
«Το μόνο ουσιώδες αλλά χωρίς αποτέλεσμα μέτρο παλαιότερα ήταν η πρόωρη συνταξιοδότηση των γυναικών με ανήλικο παιδί στον δημόσιο και στον διευρυμένο δημόσιο τομέα».
Την τελευταία εξαετία οι κυβερνήσεις αναδεικνύουν το δημογραφικό και παίρνουν μέτρα, όπως γονική άδεια στον ιδιωτικό τομέα, επιδόματα και προγράμματα όπως τα «Σπίτι Ι» και «Σπίτι ΙΙ» λόγω της στεγαστικής κρίσης στα αστικά κέντρα που αφορούν όμως περιορισμένο αριθμό πολιτών.
Ακόμα, το φορολογικό σύστημα λαμβάνει υπόψη τον αριθμό των παιδιών, «μέτρο θετικό επί της αρχής, πρακτικά όμως περιορισμένο». Κατά τον Βύρωνα Κοτζαμάνη, από τη στιγμή που οι πολιτικές κοστίζουν, «θεσπίζονται μέτρα χωρίς κόστος, αλλά χωρίς αποτέλεσμα».
Στέκεται δε στο γεγονός ότι «οι έρευνες σε Ελλάδα και άλλες ευρωπαϊκές χώρες καταδεικνύουν ότι τα ζευγάρια που γεννήθηκαν μετά το 1980 δεν έχουν εμπιστοσύνη στο μέλλον, λόγω ασυμβατότητας οικογενειακής και οικονομικής ζωής, υψηλού κόστους ανατροφής του παιδιού, έμφυλων διακρίσεων στον εργασιακό και κοινωνικό βίο και χαμηλών πραγματικών εισοδημάτων».
«Δεν αρκεί μόνο να έχει δουλειά κάποιος. Πλέον σκέφτεται πολλαπλά αν θα κάνει παιδί», επισημαίνει χαρακτηριστικά.
Η Ελλάδα στο «και πέντε» με περισσότερες γεννήσεις από θανάτους τις επόμενες δεκαετίες
Μπορεί να αντιστραφεί η κατάσταση; Για να γίνει αυτό, «πρέπει να δημιουργήσουμε ένα ευνοϊκό περιβάλλον για τις νέες γεννιές», τονίζει ο καθηγητής, θέτοντας ως βασικές προϋποθέσεις την ανάσχεση της μετανάστευσης στο εξωτερικό και τη λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση του κόστους ανατροφής του παιδιού και του στεγαστικού.
«Βρισκόμαστε στο “και πέντε”, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε το δημογραφικό», ξεκαθαρίζει ο κ. Κοτζαμάνης, εξηγώντας ότι, όποια μέτρα και αν ληφθούν, τις επόμενες αρκετές δεκαετίες δεν θα έχουμε περισσότερες γεννήσεις από θανάτους.
«Πρέπει να κατανοήσουμε», σύμφωνα με τον ίδιο, ότι «οποιοδήποτε μέτρο δεν θα αλλάξει άμεσα την κατάσταση», απλώς θα μειωθεί η «ψαλίδα» θανάτων και γεννήσεων σε «30 με 50 χρόνια».
Ωστόσο, «προϋπόθεση αποτελεί η “ζυγαριά” είσοδοι – έξοδοι από τη χώρα να είναι μηδενική, αν όμως συνεχίσει να φεύγει κόσμος τα πράγματα θα γίνουν χειρότερα».
Κατά τον καθηγητή, από το 1980 και μετά έχει δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος, καθώς οι γεννήσεις αποτελούν συνάρτηση δύο παραγόντων: Πόσα άτομα βρίσκονται σε ηλικία να κάνουν παιδιά και πόσα παιδιά κάνουν.
Από τη στιγμή που περάσαμε από τις 150.000γεννήσεις το 1980, στις 100.000 το 2000, και στις 67.000 το 2025, «τις επόμενες δεκαετίες θα είναι πάντα λιγότερες από τους θανάτους».
«Η γυναίκα τραβάει δυσανάλογα κουπί»
Ταυτόχρονα, η γυναίκα στην Ελλάδα αντιμετωπίζει κατά τον κ. Κοτζαμάνη σημαντικό πρόβλημα, «καθώς δεν υπάρχει ευνοϊκό περιβάλλον για να συνδυάσει την οικογενειακή με την οικονομική ζωή, ενώ οι έμφυλες διακρίσεις στον ιδιωτικό βίο είναι πολύ έντονες. Οι έρευνες δείχνουν ότι η γυναίκα αφιερώνει δυσανάλογο χρόνο στο νοικοκυριό και στο παιδί σε σχέση με τον άνδρα».
Ακόμα, «απουσιάζει το κράτος πρόνοιας για τους ηλικιωμένους, με τη γυναίκα να αφιερώνει επιπλέον χρόνο σε γονείς και πεθερικά». Έτσι, «είναι τριπλά στριμωγμένη και διστάζει πολλαπλάσια να κάνει τον αριθμό παιδιών που θέλει, καθώς τραβάει δυσανάλογα “κουπί”».