Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026

Αγροτικές ενισχύσεις: Κίνδυνοι από λάθη στις δηλώσεις καλλιέργειας και νέες ακαθυτερήσεις

Αγροτικές ενισχύσεις: Κίνδυνοι από λάθη στις δηλώσεις καλλιέργειας και νέες ακαθυτερήσεις

 


Η σύνταξη της δήλωσης καλλιέργειας δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια απλή ηλεκτρονική διαδικασία, καθώς από τα στοιχεία της ΕΑΕ εξαρτώνται δικαιώματα, επιλέξιμες εκτάσεις και η καταβολή σημαντικών ποσών αγροτικών ενισχύσεων.

Η φετινή διαδικασία παρουσιάζει σημαντικές δυσκολίες και δεν προχωρά με τον ρυθμό που απαιτούν οι ανάγκες των παραγωγών. Τα Κέντρα Υποδοχής Δηλώσεων (ΚΥΔ), που επί σειρά ετών αποτελούσαν τον βασικό μηχανισμό υποβολής αιτήσεων, λειτουργούν πλέον σε ένα ιδιαίτερα αυστηρό πλαίσιο ελέγχων και κυρώσεων.

Η ΑΑΔΕ έχει ήδη θεσπίσει διαδικασία ελέγχου των ΚΥΔ, καθώς και κυρώσεις και αποκλεισμό από τη δυνατότητα υποβολής ΕΑΕ σε περίπτωση παραβάσεων. Σύμφωνα με την εικόνα που μεταφέρεται αυτή την περίοδο από την αγορά, η διαδικασία εξελίσσεται με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς σε σχέση με τον συνολικό αριθμό αιτήσεων.

Για περισσότερες από 650.000 αναμενόμενες αιτήσεις, οι οριστικοποιημένες εμφανίζονται μέχρι στιγμής εξαιρετικά περιορισμένες. Χωρίς την ολοκλήρωση των αιτήσεων, δεν μπορεί να προχωρήσει ομαλά η διαδικασία των αγροτικών ενισχύσεων.

Οι ενισχύσεις δεν αφορούν μόνο το εισόδημα ενός παραγωγού. Συνδέονται με τη ρευστότητα στις τοπικές οικονομίες, τις πληρωμές προμηθευτών, τα γεωργικά εφόδια, τα καύσιμα, τα μηχανήματα και τις υποχρεώσεις μιας αγροτικής εκμετάλλευσης.

Η δήλωση καλλιέργειας δεν είναι δουλειά «όποιου ξέρει υπολογιστή»

Το νέο σύστημα επιτρέπει την υποβολή της ΕΑΕ και μέσω εξουσιοδοτημένων τρίτων, γεγονός που μπορεί να διευρύνει τις δυνατότητες εξυπηρέτησης των παραγωγών. Ωστόσο, η σύνταξη μιας δήλωσης καλλιέργειας δεν είναι εργασία αντίστοιχη με μια απλή ηλεκτρονική αίτηση.

Ένας λογιστής μπορεί να ανοίξει την πλατφόρμα και να επιχειρήσει να συμπληρώσει τα στοιχεία, χωρίς όμως να διαθέτει την απαραίτητη αγρονομική και τεχνική γνώση. Λάθος αγροτεμάχιο, εσφαλμένη αποτύπωση έκτασης, λάθος καλλιέργεια, ανεπαρκής τεκμηρίωση της κατοχής ή σφάλμα που δεν εντοπίζεται μπορεί να οδηγήσουν σε περικοπή ή μη καταβολή ενίσχυσης.

Η ΑΑΔΕ έχει ενσωματώσει στο my-AGRO ελέγχους και ενημερώσεις για πιθανά σφάλματα ή ελλείψεις. Παράλληλα, συνεχίζονται οι βελτιώσεις της εφαρμογής και η αντιμετώπιση προβλημάτων που εντοπίζονται στην πράξη. Η πλατφόρμα, όμως, δεν υποκαθιστά την εξειδικευμένη γνώση εκείνου που συντάσσει τη δήλωση.

Ο λογιστής έχει τον δικό του σημαντικό ρόλο απέναντι στον αγρότη, σε θέματα φορολογίας, ασφαλιστικών υποχρεώσεων, βιβλίων, δηλώσεων, επιδοτήσεων ως φορολογικού αντικειμένου και της συνολικής οικονομικής εικόνας της αγροτικής εκμετάλλευσης. Η σύνταξη της ΕΑΕ απαιτεί διαφορετική εξειδίκευση.

Ο λογιστής δεν χρειάζεται και δεν πρέπει να μετατραπεί σε συντάκτη δηλώσεων καλλιέργειας επειδή η πλατφόρμα είναι ηλεκτρονική και του δίνεται τεχνικά η δυνατότητα να το κάνει. Το ίδιο ισχύει για κάθε τρίτο που δεν διαθέτει την απαιτούμενη γνώση. Το ζήτημα δεν αφορά επαγγελματικό ανταγωνισμό, αλλά την προστασία του ίδιου του παραγωγού.

Το γεγονός ότι κάποιος μπορεί να χειριστεί έναν υπολογιστή δεν σημαίνει ότι γνωρίζει να συντάξει σωστά μια ΕΑΕ. Η τεχνολογία δεν μπορεί από μόνη της να αντικαταστήσει την εξειδίκευση.

Οι αγρότες δεν πρέπει να αναθέτουν τη δήλωση καλλιέργειάς τους σε κάποιον μόνο επειδή έχει πρόσβαση στην πλατφόρμα. Χρειάζεται να αναζητούν τον άνθρωπο που γνωρίζει πραγματικά τη διαδικασία. Αντίστοιχα, όσοι αναλαμβάνουν εργασίες πρέπει να γνωρίζουν τα όριά τους, καθώς δεν είναι υποχρεωτικό να αναλαμβάνουν κάθε εργασία που μπορούν τεχνικά να εκτελέσουν.

Το myAGRO μπορεί να αποτελέσει σημαντικό βήμα εκσυγχρονισμού. Η νέα εφαρμογή αξιοποιεί προσυμπληρωμένα στοιχεία, παρέχει ανανεωμένη χαρτογράφηση και πραγματοποιεί ελέγχους κατά τη συμπλήρωση της αίτησης.

Πηγή: agronews.gr

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

ΕΛΣΤΑΤ: Μόλις το 56,6% των νοικοκυριών χρησιμοποιεί κεντρική θέρμανση στην Ελλάδα

ΕΛΣΤΑΤ: Μόλις το 56,6% των νοικοκυριών χρησιμοποιεί κεντρική θέρμανση στην Ελλάδα

 


Κεντρική θέρμανση, με πετρέλαιο, φυσικό αέριο ή άλλο μέσο, χρησιμοποιεί ως βασική πηγή θέρμανσης το 56,6% των νοικοκυριών, σύμφωνα με την Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025.

Τα καλοριφέρ πετρελαίου παραμένουν το συχνότερο μέσο θέρμανσης και χρησιμοποιούνται από το 36,6% των νοικοκυριών. Το φυσικό αέριο επιλέγει το 18,6%, ενώ οι συσκευές κλιματισμού αυξήθηκαν στο 16,9%, από 15,7%.

Η χρήση σόμπας πετρελαίου περιορίστηκε στο 0,9%, από 1,1%, και η χρήση σόμπας καυσόξυλων στο 5,8%, από 6,8%. Οι θερμοσυσσωρευτές αυξήθηκαν από 1,1% σε 1,5%, ενώ οι ηλεκτρικές αντλίες θερμότητας παρέμειναν στο 1%. Χωρίς θέρμανση ήταν το 0,1% των κατοικιών των νοικοκυριών, έναντι 0,4%.

Στην ψύξη, το 78,9% των νοικοκυριών χρησιμοποιεί συσκευή κλιματισμού (air condition). Το 17,0% των κατοικιών των νοικοκυριών δεν διαθέτει ψύξη.

Η μέση μηνιαία κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας στην κύρια κατοικία έφτασε το 2025 τις 380,47 κιλοβατώρες, από 368,48 κιλοβατώρες το 2024. Η κατανάλωση φυσικού αερίου αυξήθηκε κατά 17,2%, υγραερίου κατά 15,2%, υγρών καυσίμων κατά 14,6% και ηλεκτρικής ενέργειας κατά 3,3%.

Η μέση μηνιαία κατανάλωση φυσικού αερίου διαμορφώθηκε σε 10,74 κυβικά μέτρα το 2025, έναντι 9,15 κ.μ. το 2024. Στο υγραέριο, η ποσότητα αυξήθηκε από 670,87 γραμμάρια σε 772,69 γραμμάρια.

Στα υγρά καύσιμα καταγράφηκαν 27,86 λίτρα μηνιαίως το 2025, από 24,31 λίτρα το 2024. Αντίθετα, η μέση μηνιαία κατανάλωση στερεών καυσίμων, όπως καυσόξυλα, πελλέτες και πυρήνας, υποχώρησε κατά 16,5%, στα 237,80 κιλά από 284,64 κιλά.

Για το μαγείρεμα, ηλεκτρική κουζίνα χρησιμοποιεί το 95,2% των νοικοκυριών. Συσκευή υγραερίου χρησιμοποιεί το 3%, ενώ το 0,8% των νοικοκυριών δεν μαγειρεύει.

Το πετρέλαιο θέρμανσης αναμένεται να κινηθεί ακόμη και στα 1,90 ευρώ ανά λίτρο, ενώ πέρσι την ίδια περίοδο η τιμή ήταν κοντά στα 1,10 ευρώ.

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

Από τις 148.000 γεννήσεις τον χρόνο στις 67.000, η μεγάλη δημογραφική ανατροπή – Γερνά η Πελοπόννησος

Από τις 148.000 γεννήσεις τον χρόνο στις 67.000, η μεγάλη δημογραφική ανατροπή – Γερνά η Πελοπόννησος

 


Σημαντικές αλλαγές επήλθαν μετά το 1950 στη γεννητικότητα στη χώρα μας, καθώς οι γεννήσεις από 148 χιλ. κατά μέσο όρο το 1979-80 περιορίστηκαν στις 67 χιλ. το 2024-2025, ενώ η μέση ηλικία απόκτησης των παιδιών αυξήθηκε κατά 6 σχεδόν έτη (από 26,2 στα 32,2 έτη αντίστοιχα). Πρόκειται για στοιχεία έρευνας του αφυπηρετήσαντος καθηγητή Δημογραφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και διευθυντή του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ) Βύρωνα Κοτζαμάνη.

Η μείωση των γεννήσεων που ξεκίνησε τα τέλη της δεκαετίας του ’70 και συνεχίζεται -αν εξαιρέσουμε την περίοδο 2003-09 που είχαμε μια μικρή αύξηση εξαιτίας κυρίως της μαζικής μετά το 1990 εισόδου αλλοδαπών- οφείλεται, σύμφωνα με την έρευνα, στην πτώση της διαγενεακής γονιμότητας των γυναικών, καθώς αυτές που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’50 απέκτησαν 2,0 παιδιά, ενώ όσες γεννήθηκαν γύρω από το 1985 λιγότερα από 1,5.

Η μείωση αυτή αποτυπώθηκε φυσικά και στους ετήσιους δείκτες γονιμότητας που από 2.200 παιδιά/1.000 γυναίκες το 1979-80, έχουν περιοριστεί στα 1.240 το 2024-2025. Την ίδια δε περίοδο, εξαιτίας και της αύξησης των θανάτων, τα φυσικά ισοζύγια συρρικνώνονται, και μετά το 2010 γίνονται αρνητικά. Έτσι αν το 1971-80 είχαμε 638 χιλ. περισσότερες γεννήσεις από θανάτους, την επόμενη δεκαετία το πλεόνασμα περιορίστηκε στις 276 χιλ. και την μεθεπόμενη στις 22 χιλ., ενώ την δεκαετία 2011-20 είχαμε 267 χιλ. περισσότερους θανάτους από γεννήσεις και την τελευταία πενταετία 2021-2025 290 χιλ.

Η κατάρρευση των γεννήσεων σε περιφερειακό επίπεδο

Οι γεννήσεις στη χώρα μας, όπως αναφέραμε ήδη, τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Κοτζαμάνης, από 117,7 χιλ. τη διετία 2008-2009 περιορίζονται σε 66,7 χιλ. το 2024-25 και στην κατάρρευσή τους αυτή συνέβαλε και η πρόσφατη μείωση του πλήθους των γυναικών 25-44 ετών (- 480 σχεδόν χιλ. και – 28%) που οφείλεται κυρίως στο ότι φθάνουν πλέον σε αναπαραγωγική ηλικία όλο και λιγότεροι νέοι και νέες εξαιτίας της μετά το 1980 προαναφερθείσας πτώσης των γεννήσεων, και, δευτερευόντως, εξαιτίας του αρνητικού μετά το 2010 μεταναστευτικού ισοζυγίου στις ηλικίες αυτές.

Εξετάζοντας ειδικότερα τις μεταβολές σε χαμηλότερα του εθνικού επίπεδα για την περίοδο 2009-2024 για την οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, διαθέτουμε δεδομένα ανά νομό θα διαπιστώσουμε σημαντικές διαφοροποιήσεις. Ειδικότερα, ενώ οι γεννήσεις ανάμεσα στα δύο αυτά έτη στη χώρα μας μειώθηκαν κατά 42% (από 117,44 σε 68,31 χιλ.), σε 6 νομούς της ηπειρωτικής Ελλάδας (Θεσπρωτία, Γρεβενά, Φθιώτιδα, Κοζάνη, Ευρυτανία και Φλώρινα) η μείωση υπερέβη το 50% και σε άλλους 10 κυμάνθηκε από 45- 50%, ενώ στον αντίποδα σε 6 νησιωτικούς νομούς ήταν μικρότερη του 30%, και σε δύο από αυτούς-Κυκλάδες και Ζάκυνθο- μικρότερη ακόμη και του 15%.

Η μείωση των γεννήσεων και η αύξηση των θανάτων άλλαξαν ριζικά και την αναλογία θάνατοι ανά 100 γεννήσεις ανάμεσα στο 2009 και το 2024.

Αν δε λάβουμε υπόψη και τις μεταβολές της θνησιμότητας και δημιουργήσουμε τον λόγο θάνατοι ανά 100 γεννήσεις, τονίζει ο κ. Κοτζαμάνης, θα διαπιστώσουμε πως ενώ το 2009 αντιστοιχούσαν στη χώρα μας 92 θάνατοι σε 100 γεννήσεις, το 2024 αντιστοιχούν πλέον 184. Σε περιφερειακό όμως επίπεδο ο δείκτης αυτός το 2024 κυμαίνεται από 79 έως 276. Τα Δωδεκάνησα, η Ξάνθη και τρεις από τις τέσσερις νομούς της Κρήτης (Χανιά, Ρέθυμνο και Ηράκλειο) είχαν και το 2024 λιγότερους θανάτους από γεννήσεις (λόγος <100) και σε άλλους 5 οι θάνατοι ήταν λίγο περισσότεροι (λόγος 101- 125). Αντιθέτως σε δεκαεπτά νομούς που βρίσκονται όλοι στην ηπειρωτική Ελλάδα καταγράφηκαν από 175 έως 276 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις. Οι διαφορές δε ανάμεσα στους 3 νομούς της Κρήτης, τα Δωδεκάνησα, Ξάνθη και στους 9 της ηπειρωτικής Ελλάδας (Τρικάλων, Αρκαδίας, Κιλκίς, Καρδίτσας, Άρτας, Ευρυτανίας, Φωκίδας, Γρεβενών και Σερρών) στους οποίους αντιστοιχούν 2 ή και περισσότεροι ακόμη θάνατοι ανά γέννηση, είναι σημαντικές. Δεν είναι δε τυχαίο ότι οι νομοί με αναλογία μεγαλύτερη του 175/100 συγκαταλέγονται ανάμεσα σε εκείνους που είχαν ανάμεσα στο 2009 και το 2025 με βάση τις εκτιμήσεις της ΕΛΣΤΑΤ από τις εντονότερες μειώσεις ( >-10%) του πληθυσμού τους, ενώ αντιθέτως σε όσους η αναλογία αυτή ήταν μικρότερη του 125/100 συγκαταλέγονται στην ομάδα εκείνη που κατέγραψε είτε μια περιορισμένη μείωση, είτε ακόμη και μια μικρή αύξηση.

Τίθεται φυσικά το ερώτημα: Πού οφείλονται οι σημαντικές αυτές διαφοροποιήσεις; Για να απαντήσουμε, σημειώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Κοτζαμάνης, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε -απλοποιώντας στο έπακρο-, ότι:

1) Οι γεννήσεις κάθε χρονιά σε κάθε ενότητα εξαρτώνται βασικά από το πλήθος των γυναικών 25-45 ετών (γυναικών που ανήκουν προφανώς σε διαφορετικές γενεές, καθώς οι νεότερες από αυτές έχουν γεννηθεί πριν από 25 χρόνια και οι μεγαλύτερες πριν από 45 χρόνια) και από την τελική τους γονιμότητα, τον αριθμό δηλ. των παιδιών που θα αποκτήσουν όσες τεκνοποιούν την ίδια χρονιά ανάμεσα στα 25 και τα 45 τους, και, 2) ο αριθμός των θανάτων κάθε χρονιά εξαρτάται βασικά από το πλήθος των ηλικιωμένων ατόμων σε κάθε ενότητα και από τις ανά ηλικία πιθανότητες θανάτου την ίδια χρονιά. Έτσι πχ. αν δύο ενότητες έχουν κάποια χρονιά τον ίδιο αριθμό κατοίκων (100.000) αλλά στην μεν πρώτη οι γυναίκες ηλικίας 25-45 ετών είναι 30.000 ενώ στη δεύτερη 15.000, ενώ και στις δύο οι γυναίκες κατανέμονται ανά ηλικία με τον ίδιο τρόπο έχοντας ταυτόχρονα τα ίδια ανά ηλικία ποσοστά γονιμότητας θα καταγράψουμε στην πρώτη τον διπλάσιο αριθμό γεννήσεων από τη δεύτερη. Ή, ακόμη αν στις δύο αυτές ενότητες οι 65 ετών και άνω είναι 15.000 και 30.000 αντίστοιχα, ενώ η κατανομή τους και οι πιθανότητες θανάτου ανά ηλικία είναι η ίδια, θα έχουμε στη δεύτερη τον διπλάσιο αριθμό θανάτων.

Τα παραπάνω, εξηγεί ο ερευνητής, μας επιτρέπουν να ερμηνεύσουμε σε μεγάλο βαθμό, τη διαφοροποιημένη ανά νομό μεταβολή τόσο των γεννήσεων όσο και των Φυσικών Ισοζυγίων ανάμεσα στο 2009 και το 2024.

Ειδικότερα:

Ι) Οι νομοί με τις μεγαλύτερες ποσοστιαίες μειώσεις των γεννήσεων είχαν αφενός μεν στη γενεά του 1960 χαμηλή γονιμότητα (μικρότερο αριθμό παιδιών/γυναίκα) και ταχύτερη και έντονη συρρίκνωσή της στις επόμενες γενεές, αφετέρου δε ταχύτερη μείωση του πλήθους των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας

ΙΙ) Οι νομοί που είχαν λιγότερους θανάτους από γεννήσεις χαρακτηρίζονται τόσο από ηπιότερη μείωση των γεννήσεων και ηπιότερους ρυθμούς αύξησης των ηλικιωμένων τους όσο και από πολύ νεανικότερους πληθυσμούς, καθώς συγκράτησαν ένα μεγάλο τμήμα των νέων τους ενώ προσέλκυσαν και άλλους, τόσο από το εσωτερικό όσο και από το εξωτερικό.

Οι διαφοροποιημένοι επομένως ανά νομό ρυθμοί μείωσης της γονιμότητας των γενεών και αύξησης της δημογραφικής γήρανσης σε συνδυασμό με τη διαφοροποιημένη εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση είναι οι βασικές αιτίες των προαναφερθεισών μεταβολών ανάμεσα στο 2009 και το 2024.

Συμπερασματικά, τονίζει ο κ. Κοτζαμάνης στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, την τελευταία δεκαπενταετία καταγράφεται μια κατάρρευση των γεννήσεων (-42%) πολύ εντονότερη από αυτήν της δεκαετίας του ’80, όταν οι γεννήσεις μειώθηκαν κατά 31% (από 148 το 1980 στις 102 χιλ. το 1990). Μια τρίτη δε περίοδος σημαντικής σχετικά μείωσης (-15%) σε όλα τα σενάρια εξέλιξης της γονιμότητας και της θνησιμότητας αναμένεται εκ νέου ανάμεσα στο 2045 και το 2060, καθώς την περίοδο αυτή θα φθάσουν σε αναπαραγωγική ηλικία οι γεννηθέντες το 2010-29 που υπολείπονται κατά 450 χιλ. των αντίστοιχων της εικοσαετίας 1990-2009.

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Οι Έλληνες εργάζονται  περισσότερο στην Ευρώπη,  ξεπερνούν ακόμη και τις 49 ώρες

Οι Έλληνες εργάζονται περισσότερο στην Ευρώπη, ξεπερνούν ακόμη και τις 49 ώρες


 Οι πολλές ώρες εργασίας εξακολουθούν να αποτελούν ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ελληνικής αγοράς, με τους εργαζομένους στη χώρα μας να περνούν αισθητά περισσότερο χρόνο στη δουλειά σε σχέση με τον μέσο Ευρωπαίο. Μάλιστα, περισσότεροι από ένας στους δέκα απασχολουμένους εργάζονται τουλάχιστον 49 ώρες την εβδομάδα στην κύρια δουλειά τους.

Τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ αποτυπώνουν τη μεγάλη απόσταση που εξακολουθεί να χωρίζει την Ελλάδα από την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς τη διάρκεια της εβδομαδιαίας απασχόλησης.

Συγκεκριμένα, το 11,6% των απασχολουμένων στην Ελλάδα εργάζεται 49 ή περισσότερες ώρες την εβδομάδα, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η απόσταση είναι σημαντική και από άλλες ομάδες ευρωπαϊκών χωρών, καθώς η ελληνική επίδοση βρίσκεται 6,1 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από εκείνη των κρατών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και 10,1 μονάδες υψηλότερα από τα κράτη-μέλη των Βαλκανίων.

Η διαφορά δεν περιορίζεται στους εργαζομένους με εξαιρετικά μεγάλα ωράρια. Για το σύνολο των απασχολουμένων ηλικίας 15 έως 64 ετών, η συνηθισμένη εβδομαδιαία απασχόληση στην κύρια εργασία φθάνει τις 41 ώρες στην Ελλάδα, έναντι 37,7 ωρών κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι αυτοαπασχολούμενοι ανεβάζουν τον μέσο όρο

Ένα σημαντικό μέρος της διαφοράς εξηγείται από το μοντέλο της ελληνικής αγοράς εργασίας και κυρίως από τις ιδιαίτερα πολλές ώρες που δουλεύουν οι αυτοαπασχολούμενοι.

Το 2025 οι αυτοαπασχολούμενοι στην Ελλάδα εργάζονταν κατά μέσο όρο 47,2 ώρες την εβδομάδα, όταν ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος περιοριζόταν στις 41,9 ώρες. Πρόκειται για διαφορά άνω των πέντε ωρών εβδομαδιαίως.

Διαφορετική είναι η εικόνα στους μισθωτούς. Η μέση εβδομαδιαία απασχόλησή τους διαμορφώνεται στις 39,1 ώρες, με την Ελλάδα να εμφανίζει καλύτερη επίδοση από τις χώρες των Βαλκανίων και οριακά καλύτερη από τα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.

Το ΙΝΕ ΓΣΕΕ, πάντως, επισημαίνει ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη διάρκεια του ωραρίου αλλά συνολικά την ποιότητα της εργασίας.

Σύμφωνα με την έκθεση, η ελληνική αγορά εργασίας συνδυάζει τις σχετικά χαμηλές αμοιβές με αυξημένη εντατικοποίηση. Ως αιτίες αναφέρονται, μεταξύ άλλων, ελλείμματα στη θεσμική προστασία των εργαζομένων, η οργανωσιακή κουλτούρα μέρους των επιχειρήσεων και η κλαδική διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας.

Εμπόριο: Πάνω από 43 ώρες την εβδομάδα

Οι διαφορές γίνονται περισσότερο εμφανείς όταν τα στοιχεία αναλυθούν ανά κλάδο. Στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο, το οποίο συγκεντρώνει το 17,6% της συνολικής απασχόλησης στη χώρα, οι εργαζόμενοι πλήρους απασχόλησης έφθασαν το 2025 κατά μέσο όρο τις 43,3 ώρες εργασίας την εβδομάδα.

Στις χώρες των Βαλκανίων και της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης η αντίστοιχη διάρκεια βρίσκεται λίγο πάνω από τις 40 ώρες, ενώ στις οικονομίες της ευρωπαϊκής περιφέρειας διαμορφώνεται στις 41,5 ώρες.

Ακόμη και στη μερική απασχόληση, οι εργαζόμενοι στο ελληνικό εμπόριο φθάνουν κατά μέσο όρο τις 23,6 ώρες την εβδομάδα.

Υψηλά παραμένουν τα ωράρια και στη μεταποίηση. Οι εργαζόμενοι του κλάδου απασχολούνταν το 2025 κατά μέσο όρο 41,7 ώρες εβδομαδιαίως. Η διάρκεια είναι οριακά χαμηλότερη σε σύγκριση με το 2019, εξακολουθεί όμως να ξεπερνά τις αντίστοιχες επιδόσεις των υπόλοιπων ομάδων χωρών που εξετάζει η έκθεση.

Σχεδόν μία επιπλέον εργάσιμη ημέρα στην εστίαση

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόσταση στον τουρισμό και την εστίαση, έναν από τους μεγαλύτερους εργοδότες της ελληνικής οικονομίας.

Στις δραστηριότητες παροχής καταλύματος και εστίασης, οι μέσες εβδομαδιαίες ώρες εργασίας έφθασαν το 2025 τις 43,1. Ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται στις 35,3 ώρες.

Αυτό σημαίνει ότι ένας εργαζόμενος στον συγκεκριμένο κλάδο στην Ελλάδα δουλεύει κατά μέσο όρο σχεδόν οκτώ ώρες περισσότερο την εβδομάδα – ουσιαστικά μία επιπλέον πλήρη εργάσιμη ημέρα.

Η ελληνική επίδοση είναι επίσης κατά 5,8 ώρες υψηλότερη από τις οικονομίες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, κατά πέντε ώρες από τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και κατά 3,3 ώρες από τα κράτη των Βαλκανίων.

Μεγάλη παραμένει η επιβάρυνση και στον πρωτογενή τομέα. Στη γεωργία, τη δασοκομία και την αλιεία, όπου συγκεντρώνεται το τέταρτο υψηλότερο μερίδιο απασχολουμένων στη χώρα, η εβδομαδιαία εργασία φθάνει κατά μέσο όρο τις 45,1 ώρες.

Πρόκειται για περίπου τρεις ώρες περισσότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ και έξι ώρες περισσότερες από τις χώρες των Βαλκανίων.

Η συνολική εικόνα δείχνει έτσι μια ελληνική αγορά εργασίας στην οποία οι πολλές ώρες παραμένουν ο κανόνας για σημαντικό τμήμα των απασχολουμένων, χωρίς ο μεγαλύτερος εργασιακός χρόνος να μεταφράζεται αυτομάτως σε αντίστοιχα υψηλότερη παραγωγικότητα ή καλύτερες αμοιβές.

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΘΗΣΑΥΡΙΖΟΥΝ ΑΣΥΣΤΟΛΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΕΣΟ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΟΡΟ

ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΘΗΣΑΥΡΙΖΟΥΝ ΑΣΥΣΤΟΛΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΕΣΟ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΟΡΟ


Η διαφορά μεταξύ των επιτοκίων χορηγήσεων και καταθέσεων παραμένει βασική πηγή της υψηλής
κερδοφορίας των ελληνικών τραπεζών.

Στη δεύτερη θέση της Ευρωζώνης κατατάσσονται οι ελληνικές τράπεζες ως προς το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο (Net Interest Margin – NIM), επιβεβαιώνοντας ότι η διαφορά μεταξύ των επιτοκίων χορηγήσεων και καταθέσεων παραμένει βασική πηγή της υψηλής κερδοφορίας τους.

Πρώτη η Σλοβενία, ακολουθεί η Ελλάδα

Σύμφωνα με τα στοιχεία του SSM για το πρώτο τρίμηνο του 2026, στην κορυφή βρίσκεται η Σλοβενία με NIM 3,11%, ακολουθεί η Ελλάδα με 2,72%, ενώ έπονται η Ισπανία με 2,68%, η Λετονία με 2,67% και η Πορτογαλία με 2,58%. Η απόσταση από τον μέσο όρο των σημαντικών τραπεζών της Ευρωζώνης είναι μεγάλη, καθώς διαμορφώνεται μόλις στο 1,54%. Στις χαμηλότερες θέσεις βρίσκονται η Γαλλία με 0,97% και η Γερμανία με 1,04%, ενώ στην Ιταλία το περιθώριο ανέρχεται στο 2,03%.

Το υψηλό ελληνικό NIM στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη χαμηλή μετακύλιση των υψηλότερων επιτοκίων στις καταθέσεις, η οποία κυμαίνεται μεταξύ 17% και 24%, αλλά και στη διατήρηση υψηλότερων επιτοκίων στις χορηγήσεις. Το μεγάλο απόθεμα καταθέσεων και ο σχετικά χαμηλός δείκτης δανείων προς καταθέσεις εξασφαλίζουν παράλληλα στις τράπεζες μια φθηνή βάση χρηματοδότησης.

Ακόμη υψηλότερο το περιθώριο στο δεύτερο τρίμηνο

Το πλεονέκτημα ενισχύθηκε στο δεύτερο τρίμηνο. Το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο αυξήθηκε και στις τέσσερις συστημικές τράπεζες: στην Alpha Bank στο 2,16% από 2,12%, στη Eurobank στο 2,48% από 2,46%, στην Εθνική στο 2,73% από 2,72% και στην Πειραιώς στο 2,22% από 2,14%. Η πιστωτική επέκταση και η άνοδος των διατραπεζικών επιτοκίων υποστηρίζουν τα έσοδα, καθώς σημαντικό μέρος των δανείων είναι κυμαινόμενου επιτοκίου.

Η σημασία του NIM είναι καθοριστική, καθώς τα καθαρά έσοδα από τόκους αντιπροσωπεύουν το 74,37% των συνολικών λειτουργικών εσόδων των ελληνικών τραπεζών, παρά την αυξανόμενη συμβολή των προμηθειών, που έχει φθάσει στο 20,73%.

Κερδοφορία πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο

Την ισχυρή εικόνα συμπληρώνουν ο χαμηλός δείκτης κόστους προς έσοδα, στο 37,35% έναντι 54,62% στην Ευρωζώνη, και το κόστος κινδύνου, στο 0,23% έναντι 0,58%. Παράλληλα, η απόδοση ιδίων κεφαλαίων διαμορφώνεται στο 10,97%, έναντι 10,02% στην Ευρωζώνη, δημιουργώντας ευνοϊκές προϋποθέσεις για διατήρηση της υψηλής κερδοφορίας.