Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

Από τις 148.000 γεννήσεις τον χρόνο στις 67.000, η μεγάλη δημογραφική ανατροπή – Γερνά η Πελοπόννησος

Από τις 148.000 γεννήσεις τον χρόνο στις 67.000, η μεγάλη δημογραφική ανατροπή – Γερνά η Πελοπόννησος

 


Σημαντικές αλλαγές επήλθαν μετά το 1950 στη γεννητικότητα στη χώρα μας, καθώς οι γεννήσεις από 148 χιλ. κατά μέσο όρο το 1979-80 περιορίστηκαν στις 67 χιλ. το 2024-2025, ενώ η μέση ηλικία απόκτησης των παιδιών αυξήθηκε κατά 6 σχεδόν έτη (από 26,2 στα 32,2 έτη αντίστοιχα). Πρόκειται για στοιχεία έρευνας του αφυπηρετήσαντος καθηγητή Δημογραφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και διευθυντή του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ) Βύρωνα Κοτζαμάνη.

Η μείωση των γεννήσεων που ξεκίνησε τα τέλη της δεκαετίας του ’70 και συνεχίζεται -αν εξαιρέσουμε την περίοδο 2003-09 που είχαμε μια μικρή αύξηση εξαιτίας κυρίως της μαζικής μετά το 1990 εισόδου αλλοδαπών- οφείλεται, σύμφωνα με την έρευνα, στην πτώση της διαγενεακής γονιμότητας των γυναικών, καθώς αυτές που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’50 απέκτησαν 2,0 παιδιά, ενώ όσες γεννήθηκαν γύρω από το 1985 λιγότερα από 1,5.

Η μείωση αυτή αποτυπώθηκε φυσικά και στους ετήσιους δείκτες γονιμότητας που από 2.200 παιδιά/1.000 γυναίκες το 1979-80, έχουν περιοριστεί στα 1.240 το 2024-2025. Την ίδια δε περίοδο, εξαιτίας και της αύξησης των θανάτων, τα φυσικά ισοζύγια συρρικνώνονται, και μετά το 2010 γίνονται αρνητικά. Έτσι αν το 1971-80 είχαμε 638 χιλ. περισσότερες γεννήσεις από θανάτους, την επόμενη δεκαετία το πλεόνασμα περιορίστηκε στις 276 χιλ. και την μεθεπόμενη στις 22 χιλ., ενώ την δεκαετία 2011-20 είχαμε 267 χιλ. περισσότερους θανάτους από γεννήσεις και την τελευταία πενταετία 2021-2025 290 χιλ.

Η κατάρρευση των γεννήσεων σε περιφερειακό επίπεδο

Οι γεννήσεις στη χώρα μας, όπως αναφέραμε ήδη, τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Κοτζαμάνης, από 117,7 χιλ. τη διετία 2008-2009 περιορίζονται σε 66,7 χιλ. το 2024-25 και στην κατάρρευσή τους αυτή συνέβαλε και η πρόσφατη μείωση του πλήθους των γυναικών 25-44 ετών (- 480 σχεδόν χιλ. και – 28%) που οφείλεται κυρίως στο ότι φθάνουν πλέον σε αναπαραγωγική ηλικία όλο και λιγότεροι νέοι και νέες εξαιτίας της μετά το 1980 προαναφερθείσας πτώσης των γεννήσεων, και, δευτερευόντως, εξαιτίας του αρνητικού μετά το 2010 μεταναστευτικού ισοζυγίου στις ηλικίες αυτές.

Εξετάζοντας ειδικότερα τις μεταβολές σε χαμηλότερα του εθνικού επίπεδα για την περίοδο 2009-2024 για την οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, διαθέτουμε δεδομένα ανά νομό θα διαπιστώσουμε σημαντικές διαφοροποιήσεις. Ειδικότερα, ενώ οι γεννήσεις ανάμεσα στα δύο αυτά έτη στη χώρα μας μειώθηκαν κατά 42% (από 117,44 σε 68,31 χιλ.), σε 6 νομούς της ηπειρωτικής Ελλάδας (Θεσπρωτία, Γρεβενά, Φθιώτιδα, Κοζάνη, Ευρυτανία και Φλώρινα) η μείωση υπερέβη το 50% και σε άλλους 10 κυμάνθηκε από 45- 50%, ενώ στον αντίποδα σε 6 νησιωτικούς νομούς ήταν μικρότερη του 30%, και σε δύο από αυτούς-Κυκλάδες και Ζάκυνθο- μικρότερη ακόμη και του 15%.

Η μείωση των γεννήσεων και η αύξηση των θανάτων άλλαξαν ριζικά και την αναλογία θάνατοι ανά 100 γεννήσεις ανάμεσα στο 2009 και το 2024.

Αν δε λάβουμε υπόψη και τις μεταβολές της θνησιμότητας και δημιουργήσουμε τον λόγο θάνατοι ανά 100 γεννήσεις, τονίζει ο κ. Κοτζαμάνης, θα διαπιστώσουμε πως ενώ το 2009 αντιστοιχούσαν στη χώρα μας 92 θάνατοι σε 100 γεννήσεις, το 2024 αντιστοιχούν πλέον 184. Σε περιφερειακό όμως επίπεδο ο δείκτης αυτός το 2024 κυμαίνεται από 79 έως 276. Τα Δωδεκάνησα, η Ξάνθη και τρεις από τις τέσσερις νομούς της Κρήτης (Χανιά, Ρέθυμνο και Ηράκλειο) είχαν και το 2024 λιγότερους θανάτους από γεννήσεις (λόγος <100) και σε άλλους 5 οι θάνατοι ήταν λίγο περισσότεροι (λόγος 101- 125). Αντιθέτως σε δεκαεπτά νομούς που βρίσκονται όλοι στην ηπειρωτική Ελλάδα καταγράφηκαν από 175 έως 276 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις. Οι διαφορές δε ανάμεσα στους 3 νομούς της Κρήτης, τα Δωδεκάνησα, Ξάνθη και στους 9 της ηπειρωτικής Ελλάδας (Τρικάλων, Αρκαδίας, Κιλκίς, Καρδίτσας, Άρτας, Ευρυτανίας, Φωκίδας, Γρεβενών και Σερρών) στους οποίους αντιστοιχούν 2 ή και περισσότεροι ακόμη θάνατοι ανά γέννηση, είναι σημαντικές. Δεν είναι δε τυχαίο ότι οι νομοί με αναλογία μεγαλύτερη του 175/100 συγκαταλέγονται ανάμεσα σε εκείνους που είχαν ανάμεσα στο 2009 και το 2025 με βάση τις εκτιμήσεις της ΕΛΣΤΑΤ από τις εντονότερες μειώσεις ( >-10%) του πληθυσμού τους, ενώ αντιθέτως σε όσους η αναλογία αυτή ήταν μικρότερη του 125/100 συγκαταλέγονται στην ομάδα εκείνη που κατέγραψε είτε μια περιορισμένη μείωση, είτε ακόμη και μια μικρή αύξηση.

Τίθεται φυσικά το ερώτημα: Πού οφείλονται οι σημαντικές αυτές διαφοροποιήσεις; Για να απαντήσουμε, σημειώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Κοτζαμάνης, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε -απλοποιώντας στο έπακρο-, ότι:

1) Οι γεννήσεις κάθε χρονιά σε κάθε ενότητα εξαρτώνται βασικά από το πλήθος των γυναικών 25-45 ετών (γυναικών που ανήκουν προφανώς σε διαφορετικές γενεές, καθώς οι νεότερες από αυτές έχουν γεννηθεί πριν από 25 χρόνια και οι μεγαλύτερες πριν από 45 χρόνια) και από την τελική τους γονιμότητα, τον αριθμό δηλ. των παιδιών που θα αποκτήσουν όσες τεκνοποιούν την ίδια χρονιά ανάμεσα στα 25 και τα 45 τους, και, 2) ο αριθμός των θανάτων κάθε χρονιά εξαρτάται βασικά από το πλήθος των ηλικιωμένων ατόμων σε κάθε ενότητα και από τις ανά ηλικία πιθανότητες θανάτου την ίδια χρονιά. Έτσι πχ. αν δύο ενότητες έχουν κάποια χρονιά τον ίδιο αριθμό κατοίκων (100.000) αλλά στην μεν πρώτη οι γυναίκες ηλικίας 25-45 ετών είναι 30.000 ενώ στη δεύτερη 15.000, ενώ και στις δύο οι γυναίκες κατανέμονται ανά ηλικία με τον ίδιο τρόπο έχοντας ταυτόχρονα τα ίδια ανά ηλικία ποσοστά γονιμότητας θα καταγράψουμε στην πρώτη τον διπλάσιο αριθμό γεννήσεων από τη δεύτερη. Ή, ακόμη αν στις δύο αυτές ενότητες οι 65 ετών και άνω είναι 15.000 και 30.000 αντίστοιχα, ενώ η κατανομή τους και οι πιθανότητες θανάτου ανά ηλικία είναι η ίδια, θα έχουμε στη δεύτερη τον διπλάσιο αριθμό θανάτων.

Τα παραπάνω, εξηγεί ο ερευνητής, μας επιτρέπουν να ερμηνεύσουμε σε μεγάλο βαθμό, τη διαφοροποιημένη ανά νομό μεταβολή τόσο των γεννήσεων όσο και των Φυσικών Ισοζυγίων ανάμεσα στο 2009 και το 2024.

Ειδικότερα:

Ι) Οι νομοί με τις μεγαλύτερες ποσοστιαίες μειώσεις των γεννήσεων είχαν αφενός μεν στη γενεά του 1960 χαμηλή γονιμότητα (μικρότερο αριθμό παιδιών/γυναίκα) και ταχύτερη και έντονη συρρίκνωσή της στις επόμενες γενεές, αφετέρου δε ταχύτερη μείωση του πλήθους των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας

ΙΙ) Οι νομοί που είχαν λιγότερους θανάτους από γεννήσεις χαρακτηρίζονται τόσο από ηπιότερη μείωση των γεννήσεων και ηπιότερους ρυθμούς αύξησης των ηλικιωμένων τους όσο και από πολύ νεανικότερους πληθυσμούς, καθώς συγκράτησαν ένα μεγάλο τμήμα των νέων τους ενώ προσέλκυσαν και άλλους, τόσο από το εσωτερικό όσο και από το εξωτερικό.

Οι διαφοροποιημένοι επομένως ανά νομό ρυθμοί μείωσης της γονιμότητας των γενεών και αύξησης της δημογραφικής γήρανσης σε συνδυασμό με τη διαφοροποιημένη εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση είναι οι βασικές αιτίες των προαναφερθεισών μεταβολών ανάμεσα στο 2009 και το 2024.

Συμπερασματικά, τονίζει ο κ. Κοτζαμάνης στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, την τελευταία δεκαπενταετία καταγράφεται μια κατάρρευση των γεννήσεων (-42%) πολύ εντονότερη από αυτήν της δεκαετίας του ’80, όταν οι γεννήσεις μειώθηκαν κατά 31% (από 148 το 1980 στις 102 χιλ. το 1990). Μια τρίτη δε περίοδος σημαντικής σχετικά μείωσης (-15%) σε όλα τα σενάρια εξέλιξης της γονιμότητας και της θνησιμότητας αναμένεται εκ νέου ανάμεσα στο 2045 και το 2060, καθώς την περίοδο αυτή θα φθάσουν σε αναπαραγωγική ηλικία οι γεννηθέντες το 2010-29 που υπολείπονται κατά 450 χιλ. των αντίστοιχων της εικοσαετίας 1990-2009.

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Οι Έλληνες εργάζονται  περισσότερο στην Ευρώπη,  ξεπερνούν ακόμη και τις 49 ώρες

Οι Έλληνες εργάζονται περισσότερο στην Ευρώπη, ξεπερνούν ακόμη και τις 49 ώρες


 Οι πολλές ώρες εργασίας εξακολουθούν να αποτελούν ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ελληνικής αγοράς, με τους εργαζομένους στη χώρα μας να περνούν αισθητά περισσότερο χρόνο στη δουλειά σε σχέση με τον μέσο Ευρωπαίο. Μάλιστα, περισσότεροι από ένας στους δέκα απασχολουμένους εργάζονται τουλάχιστον 49 ώρες την εβδομάδα στην κύρια δουλειά τους.

Τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ αποτυπώνουν τη μεγάλη απόσταση που εξακολουθεί να χωρίζει την Ελλάδα από την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς τη διάρκεια της εβδομαδιαίας απασχόλησης.

Συγκεκριμένα, το 11,6% των απασχολουμένων στην Ελλάδα εργάζεται 49 ή περισσότερες ώρες την εβδομάδα, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η απόσταση είναι σημαντική και από άλλες ομάδες ευρωπαϊκών χωρών, καθώς η ελληνική επίδοση βρίσκεται 6,1 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από εκείνη των κρατών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και 10,1 μονάδες υψηλότερα από τα κράτη-μέλη των Βαλκανίων.

Η διαφορά δεν περιορίζεται στους εργαζομένους με εξαιρετικά μεγάλα ωράρια. Για το σύνολο των απασχολουμένων ηλικίας 15 έως 64 ετών, η συνηθισμένη εβδομαδιαία απασχόληση στην κύρια εργασία φθάνει τις 41 ώρες στην Ελλάδα, έναντι 37,7 ωρών κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι αυτοαπασχολούμενοι ανεβάζουν τον μέσο όρο

Ένα σημαντικό μέρος της διαφοράς εξηγείται από το μοντέλο της ελληνικής αγοράς εργασίας και κυρίως από τις ιδιαίτερα πολλές ώρες που δουλεύουν οι αυτοαπασχολούμενοι.

Το 2025 οι αυτοαπασχολούμενοι στην Ελλάδα εργάζονταν κατά μέσο όρο 47,2 ώρες την εβδομάδα, όταν ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος περιοριζόταν στις 41,9 ώρες. Πρόκειται για διαφορά άνω των πέντε ωρών εβδομαδιαίως.

Διαφορετική είναι η εικόνα στους μισθωτούς. Η μέση εβδομαδιαία απασχόλησή τους διαμορφώνεται στις 39,1 ώρες, με την Ελλάδα να εμφανίζει καλύτερη επίδοση από τις χώρες των Βαλκανίων και οριακά καλύτερη από τα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.

Το ΙΝΕ ΓΣΕΕ, πάντως, επισημαίνει ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη διάρκεια του ωραρίου αλλά συνολικά την ποιότητα της εργασίας.

Σύμφωνα με την έκθεση, η ελληνική αγορά εργασίας συνδυάζει τις σχετικά χαμηλές αμοιβές με αυξημένη εντατικοποίηση. Ως αιτίες αναφέρονται, μεταξύ άλλων, ελλείμματα στη θεσμική προστασία των εργαζομένων, η οργανωσιακή κουλτούρα μέρους των επιχειρήσεων και η κλαδική διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας.

Εμπόριο: Πάνω από 43 ώρες την εβδομάδα

Οι διαφορές γίνονται περισσότερο εμφανείς όταν τα στοιχεία αναλυθούν ανά κλάδο. Στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο, το οποίο συγκεντρώνει το 17,6% της συνολικής απασχόλησης στη χώρα, οι εργαζόμενοι πλήρους απασχόλησης έφθασαν το 2025 κατά μέσο όρο τις 43,3 ώρες εργασίας την εβδομάδα.

Στις χώρες των Βαλκανίων και της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης η αντίστοιχη διάρκεια βρίσκεται λίγο πάνω από τις 40 ώρες, ενώ στις οικονομίες της ευρωπαϊκής περιφέρειας διαμορφώνεται στις 41,5 ώρες.

Ακόμη και στη μερική απασχόληση, οι εργαζόμενοι στο ελληνικό εμπόριο φθάνουν κατά μέσο όρο τις 23,6 ώρες την εβδομάδα.

Υψηλά παραμένουν τα ωράρια και στη μεταποίηση. Οι εργαζόμενοι του κλάδου απασχολούνταν το 2025 κατά μέσο όρο 41,7 ώρες εβδομαδιαίως. Η διάρκεια είναι οριακά χαμηλότερη σε σύγκριση με το 2019, εξακολουθεί όμως να ξεπερνά τις αντίστοιχες επιδόσεις των υπόλοιπων ομάδων χωρών που εξετάζει η έκθεση.

Σχεδόν μία επιπλέον εργάσιμη ημέρα στην εστίαση

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόσταση στον τουρισμό και την εστίαση, έναν από τους μεγαλύτερους εργοδότες της ελληνικής οικονομίας.

Στις δραστηριότητες παροχής καταλύματος και εστίασης, οι μέσες εβδομαδιαίες ώρες εργασίας έφθασαν το 2025 τις 43,1. Ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται στις 35,3 ώρες.

Αυτό σημαίνει ότι ένας εργαζόμενος στον συγκεκριμένο κλάδο στην Ελλάδα δουλεύει κατά μέσο όρο σχεδόν οκτώ ώρες περισσότερο την εβδομάδα – ουσιαστικά μία επιπλέον πλήρη εργάσιμη ημέρα.

Η ελληνική επίδοση είναι επίσης κατά 5,8 ώρες υψηλότερη από τις οικονομίες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, κατά πέντε ώρες από τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και κατά 3,3 ώρες από τα κράτη των Βαλκανίων.

Μεγάλη παραμένει η επιβάρυνση και στον πρωτογενή τομέα. Στη γεωργία, τη δασοκομία και την αλιεία, όπου συγκεντρώνεται το τέταρτο υψηλότερο μερίδιο απασχολουμένων στη χώρα, η εβδομαδιαία εργασία φθάνει κατά μέσο όρο τις 45,1 ώρες.

Πρόκειται για περίπου τρεις ώρες περισσότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ και έξι ώρες περισσότερες από τις χώρες των Βαλκανίων.

Η συνολική εικόνα δείχνει έτσι μια ελληνική αγορά εργασίας στην οποία οι πολλές ώρες παραμένουν ο κανόνας για σημαντικό τμήμα των απασχολουμένων, χωρίς ο μεγαλύτερος εργασιακός χρόνος να μεταφράζεται αυτομάτως σε αντίστοιχα υψηλότερη παραγωγικότητα ή καλύτερες αμοιβές.

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΘΗΣΑΥΡΙΖΟΥΝ ΑΣΥΣΤΟΛΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΕΣΟ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΟΡΟ

ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΘΗΣΑΥΡΙΖΟΥΝ ΑΣΥΣΤΟΛΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΕΣΟ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΟΡΟ


Η διαφορά μεταξύ των επιτοκίων χορηγήσεων και καταθέσεων παραμένει βασική πηγή της υψηλής
κερδοφορίας των ελληνικών τραπεζών.

Στη δεύτερη θέση της Ευρωζώνης κατατάσσονται οι ελληνικές τράπεζες ως προς το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο (Net Interest Margin – NIM), επιβεβαιώνοντας ότι η διαφορά μεταξύ των επιτοκίων χορηγήσεων και καταθέσεων παραμένει βασική πηγή της υψηλής κερδοφορίας τους.

Πρώτη η Σλοβενία, ακολουθεί η Ελλάδα

Σύμφωνα με τα στοιχεία του SSM για το πρώτο τρίμηνο του 2026, στην κορυφή βρίσκεται η Σλοβενία με NIM 3,11%, ακολουθεί η Ελλάδα με 2,72%, ενώ έπονται η Ισπανία με 2,68%, η Λετονία με 2,67% και η Πορτογαλία με 2,58%. Η απόσταση από τον μέσο όρο των σημαντικών τραπεζών της Ευρωζώνης είναι μεγάλη, καθώς διαμορφώνεται μόλις στο 1,54%. Στις χαμηλότερες θέσεις βρίσκονται η Γαλλία με 0,97% και η Γερμανία με 1,04%, ενώ στην Ιταλία το περιθώριο ανέρχεται στο 2,03%.

Το υψηλό ελληνικό NIM στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη χαμηλή μετακύλιση των υψηλότερων επιτοκίων στις καταθέσεις, η οποία κυμαίνεται μεταξύ 17% και 24%, αλλά και στη διατήρηση υψηλότερων επιτοκίων στις χορηγήσεις. Το μεγάλο απόθεμα καταθέσεων και ο σχετικά χαμηλός δείκτης δανείων προς καταθέσεις εξασφαλίζουν παράλληλα στις τράπεζες μια φθηνή βάση χρηματοδότησης.

Ακόμη υψηλότερο το περιθώριο στο δεύτερο τρίμηνο

Το πλεονέκτημα ενισχύθηκε στο δεύτερο τρίμηνο. Το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο αυξήθηκε και στις τέσσερις συστημικές τράπεζες: στην Alpha Bank στο 2,16% από 2,12%, στη Eurobank στο 2,48% από 2,46%, στην Εθνική στο 2,73% από 2,72% και στην Πειραιώς στο 2,22% από 2,14%. Η πιστωτική επέκταση και η άνοδος των διατραπεζικών επιτοκίων υποστηρίζουν τα έσοδα, καθώς σημαντικό μέρος των δανείων είναι κυμαινόμενου επιτοκίου.

Η σημασία του NIM είναι καθοριστική, καθώς τα καθαρά έσοδα από τόκους αντιπροσωπεύουν το 74,37% των συνολικών λειτουργικών εσόδων των ελληνικών τραπεζών, παρά την αυξανόμενη συμβολή των προμηθειών, που έχει φθάσει στο 20,73%.

Κερδοφορία πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο

Την ισχυρή εικόνα συμπληρώνουν ο χαμηλός δείκτης κόστους προς έσοδα, στο 37,35% έναντι 54,62% στην Ευρωζώνη, και το κόστος κινδύνου, στο 0,23% έναντι 0,58%. Παράλληλα, η απόδοση ιδίων κεφαλαίων διαμορφώνεται στο 10,97%, έναντι 10,02% στην Ευρωζώνη, δημιουργώντας ευνοϊκές προϋποθέσεις για διατήρηση της υψηλής κερδοφορίας.

Τρίτη 18 Αυγούστου 2026

 Ξεκινά ο μεγάλος έλεγχος στα ακίνητα, τι αλλάζει με το νέο μητρώο για χωράφια και σπίτια

Ξεκινά ο μεγάλος έλεγχος στα ακίνητα, τι αλλάζει με το νέο μητρώο για χωράφια και σπίτια

 


Το πρώτο τεστ του ΜΙΔΑ
(Μητρώο Ιδιοκτησίας και Διαχείρισης Ακινήτων) θα γίνει στο χωράφι. Εκεί όπου ένα λάθος στον ΑΤΑΚ, ένας ΚΑΕΚ που δεν «κουμπώνει» ή ένα μισθωτήριο που δεν αποτυπώνει σωστά ποιος χρησιμοποιεί τη γη μπορεί να οδηγήσει σε πρόσθετο έλεγχο πριν από την πληρωμή μιας αγροτικής ενίσχυσης.

Γι’ αυτό οι αγροτικές εκτάσεις βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του σχεδιασμού για το νέο Μητρώο Ιδιοκτησίας και Διαχείρισης Ακινήτων, καθώς το ημερολόγιο του ΟΣΔΕ και των πληρωμών περιορίζει τα χρονικά περιθώρια.

Σπίτια, εξοχικά, οικόπεδα και τα υπόλοιπα ακίνητα θα ακολουθήσουν σε δεύτερο χρόνο.

Η επιλογή να προηγηθεί η αγροτική γη δεν είναι τυχαία. Η ίδια η ΑΑΔΕ έχει εντάξει στον σχεδιασμό του νέου συστήματος για την Ενιαία Αίτηση Ενίσχυσης 2026 την αξιοποίηση δεδομένων του ΜΙΔΑ και του Ελληνικού Κτηματολογίου για ιδιόκτητα, μισθωμένα ή παραχωρημένα αγροτεμάχια. Το νέο Μητρώο προορίζεται έτσι να αποτελέσει έναν ακόμη κρίκο του συστήματος με το οποίο θα ταυτοποιούνται οι εκτάσεις και θα ελέγχεται η σχέση του παραγωγού με τη γη που δηλώνει.

Η κατεύθυνση αυτή δεν ξεκινά από το μηδέν. Οι διασταυρώσεις στοιχείων από διαφορετικές βάσεις έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί για τον έλεγχο αγροτεμαχίων και προηγούμενων πληρωμών.

Το νέο μοντέλο της ΕΑΕ 2026 πηγαίνει ακόμη πιο μακριά: αντί της εκτεταμένης χειροκίνητης καταχώρισης, η αίτηση περνά σε καθοδηγούμενη διαδικασία, αξιοποιώντας στοιχεία που υπάρχουν ήδη σε πληροφοριακά συστήματα δημόσιων φορέων. Όπως αναφέρει ο επίσημος οδηγός της ΑΑΔΕ, στόχος είναι λιγότερες ασυμφωνίες και διορθώσεις μετά την υποβολή.

Το επόμενο βήμα είναι να υπάρχει ακόμη πληρέστερη εικόνα της ιδιοκτησίας και της χρήσης κάθε έκτασης. Δίπλα στο Ε9 και στον ΑΤΑΚ μπαίνουν ο ΚΑΕΚ και το Κτηματολόγιο, τα στοιχεία μίσθωσης ή παραχώρησης και οι γεωχωρικοί έλεγχοι. Στόχος είναι να μπορεί να ελέγχεται όχι μόνο ποια έκταση δηλώνεται, αλλά σε ποιον ανήκει και με ποιο δικαίωμα τη χρησιμοποιεί ο παραγωγός που ζητεί την ενίσχυση.

Το ημερολόγιο των επιδοτήσεων

Το νέο μοντέλο είναι ήδη ορατό στην ΕΑΕ 2026. Η αίτηση υποβάλλεται ψηφιακά μέσω της ΑΑΔΕ και η διαδικασία βασίζεται σε ταυτοποίηση, προσυμπλήρωση στοιχείων από διαθέσιμες πηγές και ελέγχους πριν από την ολοκλήρωση της υποβολής. Η ίδια η ΑΑΔΕ περιγράφει τη φιλοσοφία του νέου συστήματος ως μετάβαση από την εκτεταμένη χειροκίνητη καταχώριση σε μία καθοδηγούμενη και ελεγχόμενη διαδικασία.

Το ημερολόγιο των αιτήσεων και των πληρωμών είναι αυτό που προσδίδει ιδιαίτερη χρονική σημασία στο αγροτικό σκέλος του ΜΙΔΑ. Οι εκτάσεις που συνδέονται με ενισχύσεις μπαίνουν πλέον σε ένα πυκνότερο πλέγμα ταυτοποίησης και διασταυρώσεων, την ώρα που οι σχετικές προθεσμίες τρέχουν.

Η ΑΑΔΕ έχει περιγράψει τον ρόλο που προορίζεται να έχει το ΜΙΔΑ στο νέο σύστημα, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει ανακοινώσει ότι έχει ολοκληρωθεί σε όλο του το εύρος η σχετική λειτουργική διασύνδεση. Το αγροτικό σκέλος του νέου Μητρώου βρίσκεται έτσι σε μια κούρσα με το ημερολόγιο των αιτήσεων, των ελέγχων και των πληρωμών.

Ποιοι αγρότες πρέπει να προσέξουν

Περισσότερη προσοχή χρειάζεται από τους παραγωγούς που καλλιεργούν νοικιασμένα ή παραχωρημένα αγροτεμάχια. Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να μπορεί να εξακριβωθεί ποιος είναι ο ιδιοκτήτης, ποιος ο πραγματικός χρήστης της έκτασης και ποια είναι η σχέση που του επιτρέπει να την καλλιεργεί και να τη δηλώνει για ενίσχυση.

Στο ίδιο «ραντάρ» βρίσκονται αγρότες με λανθασμένο ΑΤΑΚ ή ΚΑΕΚ, εκτάσεις που δεν μπορούν να ταυτοποιηθούν σωστά και περιπτώσεις στις οποίες τα στοιχεία του Ε9, του Κτηματολογίου και της αίτησης ενίσχυσης δεν συμφωνούν. Αντίστοιχη προσοχή χρειάζονται οι μισθώσεις και οι παραχωρήσεις γης, καθώς η κατεύθυνση του νέου συστήματος είναι πίσω από κάθε δηλωμένη έκταση να μπορεί να εντοπιστεί ένα συγκεκριμένο και επαληθεύσιμο δικαίωμα χρήσης.

Στην πράξη δημιουργείται μια αλυσίδα ελέγχου που ξεκινά από το Ε9 και τον ΑΤΑΚ, περνά από τον ΚΑΕΚ και το Κτηματολόγιο, ελέγχει την ιδιοκτησία και τη σχέση μίσθωσης ή παραχώρησης και καταλήγει στον καλλιεργητή και στην αίτηση ενίσχυσης. Αν ένας κρίκος δεν συμφωνεί με τους υπόλοιπους, η υπόθεση μπορεί να χρειαστεί πρόσθετο έλεγχο ή διόρθωση.

Εδώ βρίσκεται και η ουσία της προτεραιότητας που αποκτά η αγροτική γη. Τα χωράφια προηγούνται επειδή εκεί υπάρχει ένα ρολόι που δεν υπάρχει σήμερα για ένα διαμέρισμα ή ένα εξοχικό: εκείνο των αιτήσεων, των ελέγχων και τελικά των πληρωμών των αγροτικών ενισχύσεων.

Μετά τα χωράφια έρχονται σπίτια, εξοχικά και οικόπεδα

Μετά την πρώτη φάση των αγροτεμαχίων θα ακολουθήσει η πολύ μεγαλύτερη επιχείρηση ενοποίησης της εικόνας της υπόλοιπης ακίνητης περιουσίας. Διαμερίσματα, μονοκατοικίες, εξοχικές κατοικίες, οικόπεδα και επαγγελματικοί χώροι θα περάσουν σταδιακά στο νέο σύστημα, με στόχο κάθε ακίνητο να αποκτήσει μία ενιαία ψηφιακή εικόνα αντί τα στοιχεία του να βρίσκονται κατακερματισμένα σε διαφορετικές βάσεις. Ο μέχρι τώρα σχεδιασμός τοποθετεί την πλήρη ανάπτυξη του εγχειρήματος μέσα στο 2027, χωρίς αυτό να αποτελεί ακόμη καταληκτική προθεσμία για τους ιδιοκτήτες.

Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση του ΜΙΔΑ. Ε9 και Κτηματολόγιο δεν εμφανίζουν πάντοτε την ίδια «φωτογραφία» ενός ακινήτου. Οι δοκιμές του νέου συστήματος έχουν αναδείξει δυσκολίες στην ταύτιση των δεδομένων, ιδίως σε περιπτώσεις με ιδιοκτησιακές εκκρεμότητες, αναδασμούς ή περιοχές όπου δεν έχει ολοκληρωθεί η κτηματογράφηση.

Για τον ιδιοκτήτη αυτό σημαίνει ότι η πρώτη δουλειά θα είναι ουσιαστικά να δει τι γνωρίζει το Δημόσιο για το ακίνητό του και αν όλα τα μητρώα λένε το ίδιο πράγμα. Η εικόνα του Ε9 θα πρέπει να «κουμπώσει» με εκείνη του Κτηματολογίου και τα υπόλοιπα διαθέσιμα δεδομένα, ώστε να εντοπιστούν και να διορθωθούν οι αποκλίσεις.

Έως 8–10 μήνες για διορθώσεις

Το σημαντικό είναι ότι για τη δεύτερη αυτή φάση δεν σχεδιάζεται να περάσει το σύστημα από τη μία ημέρα στην άλλη στις πλήρεις διασταυρώσεις και στις κυρώσεις.

Ο σχεδιασμός που έχει παρουσιαστεί προβλέπει μεταβατική περίοδο περίπου οκτώ μηνών, ενώ άλλες πληροφορίες ανεβάζουν το περιθώριο έως τους 8–10 μήνες, προκειμένου οι ιδιοκτήτες να δουν συγκεντρωμένα τα στοιχεία τους, να εντοπίσουν λάθη και να προχωρήσουν στις απαραίτητες διορθώσεις. Η διάρκεια αυτή, ωστόσο, δεν πρέπει ακόμη να αντιμετωπίζεται ως οριστική καταληκτική προθεσμία μέχρι να εξειδικευθεί το τελικό πλαίσιο εφαρμογής.

Η λογική της μεταβατικής περιόδου είναι να μην οδηγηθούν ιδιοκτήτες σε κυρώσεις για αναντιστοιχίες που μπορεί να προέρχονται από διαφορετικές ή παλαιές εγγραφές. Πρώτα θα εμφανιστεί η εικόνα του ακινήτου, θα δοθεί δυνατότητα ελέγχου και διόρθωσης και στη συνέχεια θα ακολουθήσουν οι μαζικές αυτοματοποιημένες διασταυρώσεις μεταξύ ΜΙΔΑ, Ε9 και Κτηματολογίου.

Τι πρέπει να κοιτάξει κάθε ιδιοκτήτης

Για τους ιδιοκτήτες το πρακτικό μήνυμα είναι απλό: πριν αρχίσουν οι πλήρεις διασταυρώσεις, θα πρέπει να βεβαιωθούν ότι οι διαφορετικές «φωτογραφίες» του ακινήτου τους συμφωνούν.

Στο επίκεντρο θα βρεθούν η αντιστοίχιση ΑΤΑΚ και ΚΑΕΚ, τα τετραγωνικά, το ποσοστό και το είδος του εμπράγματου δικαιώματος και η πραγματική χρήση του ακινήτου. Αν ένα σπίτι νοικιάζεται ή έχει παραχωρηθεί, θα πρέπει αντίστοιχα να αποτυπώνεται σωστά και η σχέση χρήσης του.

Μεγαλύτερη προσοχή χρειάζονται παλιά ακίνητα, κληρονομιές, ακίνητα με πολλούς συνιδιοκτήτες και περιπτώσεις όπου έχουν γίνει μεταβολές οι οποίες δεν έχουν περάσει με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις βάσεις. Σε απλές περιπτώσεις η λύση μπορεί να είναι μία διόρθωση στοιχείων, ενώ στις πιο σύνθετες μπορεί να απαιτηθεί η συνδρομή λογιστή, μηχανικού ή συμβολαιογράφου.

Οι αποκλίσεις, άλλωστε, δεν σημαίνουν από μόνες τους απόκρυψη περιουσίας. Διαφορές στα τετραγωνικά, στα ποσοστά συνιδιοκτησίας ή στην περιγραφή ενός ακινήτου μπορεί να προέρχονται από παλιές εγγραφές ή στοιχεία που δεν έχουν επικαιροποιηθεί.

Γι’ αυτό και το μοντέλο που εξετάζεται είναι «πρώτα διορθώσεις, μετά διασταυρώσεις»: ένα διάστημα προσαρμογής και στη συνέχεια η πλήρης λειτουργία του συστήματος.

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Αλαλούμ και με τη μερική απασχόληση: 20% ΥΠΟΣΤΗΡΊΖΕΙ  ο ΕΦΚΑ, 5% επιβεβαιώνει η ΕΛΣΤΑΤ

Αλαλούμ και με τη μερική απασχόληση: 20% ΥΠΟΣΤΗΡΊΖΕΙ ο ΕΦΚΑ, 5% επιβεβαιώνει η ΕΛΣΤΑΤ

 


Εκτός από τα ποσοστά ανεργίας
, που αποτελούν έναν μόνιμο στατιστικό πονοκέφαλο, με τεράστιες αποκλίσεις μεταξύ ΕΛΣΤΑΤ και ΔΥΠΑ, σύγχυση επικρατεί και με τα στοιχεία για τη μερική απασχόληση.

Αν δει κανείς τις σχετικές εκθέσεις της Eurostat, που βασίζονται στις  ρευνες Εργατικού Δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ, διαπιστώνει ότι η Ελλάδα είναι ουραγός στη μερική απασχόληση, με ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά στην ΕΕ. Η τελευταία συγκεντρωτική έκθεση της Εurostat (δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2025, με στοιχεία ως και τον Δεκέμβριο του 2024) εμφανίζει τη μερική απασχόληση στην Ελλάδα στο 6,2%, έναντι 17,1% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Σε αναμονή της επικαιροποιημένης έκθεσης, που θα δημοσιευθεί τον Οκτώβριο του 2026, μια πιο πρόσφατη εικόνα δίνουν τα ετήσια στοιχεία για την απασχόληση το 2025. Από το σύνολο των εργαζομένων στην Ελλάδα (ηλικίας 20-64 ετών), μόλις λίγο περισσότεροι από 220.000 δήλωναν μερικώς ή προσωρινά απασχολούμενοι, αριθμός που αναλογεί στο 5,1% του εργατικού δυναμικού των περίπου 4,3 εκατομμυρίων.

Τα πιο πρόσφατα συγκεντρωτικά στοιχεία εμφανίζουν τη μερική απασχόληση στην Ελλάδα στο 6,2% – πηγή: Εurostat – επεξεργασία Euronews

Το 20,23% των ασφαλισμένων έχουν μόνο μερική απασχόληση – πηγή: e-ΕΦΚΑ (πατήστε στην εικόνα για μεγέθυνση)

Πάνω από 20% η μερική απασχόληση ασφαλισμένων ιδιωτικού δικαίου

Όμως τα τελευταία στοιχεία του e-EΦΚΑ για την απασχόληση των ασφαλισμένων ιδιωτικού δικαίου, που αφορούν τον Δεκέμβριο του 2025, καταγράφουν περισσότερα από 540.000 άτομα που έχουν μόνο μερική απασχόληση, σε σύνολο 2.767.000 μισθωτών. Πρόκειται για το 20,23% της συνολικής απασχόλησης. Όπως διευκρινίζει η έκθεση, το συγκεκριμένο νούμερo δεν ταυτίζεται με το συνολικό ποσοστό μερικών απασχολήσεων, αφού υπάρχουν εργαζόμενοι που κάνουν δύο ή περισσότερες δουλειές, πλήρους και μερικής απασχόλησης ταυτόχρονα.

Φυσικά οι δύο εκθέσεις δεν μετράνε τα ίδια πράγματα. Η ΕΛΣΤΑΤ, και κατ’ επέκταση η Εurostat, αναφέρονται στο σύνολο των εργαζομένων, εκ των οποίων ένα μεγάλο μέρος, άνω του 28% είναι αυτοαπασχολούμενοι με ή χωρίς προσωπικό (αγρότες, ελεύθεροι επαγγελματίες) ή βοηθοί στην οικογενειακή επιχείρηση. Ο e-EΦΚΑ καταγράφει τους απασχολούμενους με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου. Σε αυτούς περιλαμβάνονται οι αναπληρωτές εκπαιδευτικοί και άλλοι συμβασιούχοι εργαζόμενοι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, μέσω προγραμμάτων ΕΣΠΑ κ.λπ. Ακόμα και αν λάβουμε υπ’όψιν τα παραπάνω, η απόσταση ανάμεσα στους 220.000 και στο μισό εκατομμύριο μερικώς απασχολούμενους, είναι αβυσσάλεα.

Με μερική απασχόληση το 43% των νέων προσλήψεων

Η εικόνα μπερδεύεται ακόμα περισσότερο, όταν κοιτάζουμε τα στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος «Εργάνη» για το ισοζύγιο προσλήψεων-απολύσεων. Η τελευταία έκθεση για τις «Ροές Μισθωτής Απασχόλησης στον Ιδιωτικό Τομέα» (Μάιος 2026), δείχνει ότι πάνω από τέσσερις στις δέκα προσλήψεις (43,2%) αφορά μερική ή εκ περιτροπής απασχόληση.

Τα παραπάνω στοιχεία αναλύει διεξοδικά νέα έρευνα της Ένωσης για την Υπεράσπιση της Εργασίας και του Κοινωνικού Κράτους (ΕΝΥΠΕΚΚ), από τον καθηγητή Αλέξη Μητρόπουλο. Όπως αναφέρει, τον Μάιο σε σύνολο 368.429 νεοπροσληφθέντων εργαζομένων, 209.265 άτομα προσλήφθηκαν για πλήρη απασχόληση (ποσοστό 56,8%), ενώ 159.164  άνθρωποι (ποσοστό 43,2%) προσλήφθηκαν για μερική ή εκ περιτροπής απασχόληση.

Εξετάζοντας συνδυαστικά τους πίνακες του e-EΦΚΑ και του Εργάνη, η ΕΝΥΠΕΚΚ διαπιστώνει ότι η πλειονότητα των μερικώς ή εκ περιτροπής απσχολούμενων που προσλήφθηκαν τον Μάιο, καλούνται να ζήσουν με 472 ευρώ καθαρά – ή έστω, ανεπαισθήτως υψηλότερα μετά την αύξηση του κατώτατου μισθού από 1-4-2026. Πρόκειται για ποσό κάτω από το επίσημο κατώφλι της φτώχειας (585 ευρώ τον μήνα για μονοπρόσωπο νοικοκυριό). Επιβεβαιώνεται έτσι ότι στη χώρα μας το μοντέλο του εργαζόμενου φτωχού (working poor), που δε μπορεί να καλύψει τις βασικές ανάγκες με τον μισθό του, είναι κάθε άλλο παρά μειοψηφικό.

«Συνεπώς, επειδή το ποσοστό των μερικώς απασχολουμένων είναι σχεδόν πάντα πάνω από το 21% σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΦΚΑ, ενώ το μηνιαίο ποσοστό τους κυμαίνεται γύρω στο 43-46% (το οποίο μάλιστα αυξάνεται κατά την τουριστική περίοδο σε πολύ υψηλά ποσοστά) σύμφωνα με το Π/Σ «Εργάνη», είναι προφανές ότι η συνολική μερική απασχόληση στην Ελλάδα «ζει και βασιλεύει» και ασφαλώς είναι πολύ υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (17,1% το 2024)», τονίζει ο καθηγητής Αλέξης Μητρόπουλος.

Μήπως υπάρχει εικονική μερική απασχόληση;

Η απόκλιση των στοιχείων για τη μερική απασχόληση μεταξύ Εurostat-ΕΛΣΤΑΤ και e-EΦΚΑ, εκτός από τη διαφορετική μεθοδολογία, πιθανόν οφείλεται και στα υψηλά ποσοστά της υποδηλωμένης και αδήλωτης εργασίας.

Η Εurostat στηρίζεται στην Έρευνα Εργατικού Δυναμικού (Labour Force Survey), μια δειγματοληπτική έρευνα όπου ο ίδιος ο εργαζόμενος δηλώνει αν θεωρεί τη βασική του εργασία πλήρους ή μερικής απασχόλησης, με βάση τις ώρες που πραγματικά εργάζεται σε σύγκριση με έναν αντίστοιχο πλήρως απασχολούμενο. Ο e-EΦΚΑ αντίθετα καταγράφει τον τύπο σύμβασης που έχει δηλωθεί επίσημα στο ασφαλιστικό σύστημα. Αν μια σύμβαση έχει καταχωρηθεί ως «μερικής απασχόλησης», προσμετράται εκεί ανεξάρτητα από το τι δηλώνει ο ίδιος ο εργαζόμενος για τις πραγματικές ώρες εργασίας του.

Στην Ελλάδα είναι ευρέως τεκμηριωμένο το φαινόμενο εργαζομένων που δηλώνονται επίσημα με σύμβαση μερικής απασχόλησης, συχνά για λίγες ώρες την ημέρα, ενώ στην πράξη εργάζονται με πλήρες ωράριο, με το υπόλοιπο τμήμα του μισθού να καταβάλλεται ανεπίσημα. Αυτό βολεύει τον εργοδότη ως προς τις ασφαλιστικές εισφορές, αλλά δημιουργεί μια αναντιστοιχία ανάμεσα στο τι δηλώνεται στον ΕΦΚΑ και στο τι θα δήλωνε ο ίδιος ο εργαζόμενος αν τον ρωτούσε ερευνητής της ΕΛΣΤΑΤ για τις πραγματικές του ώρες εργασίας. Η εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας μπορεί να περιόρισε αλλά δεν εξάλειψε αυτό το φαινόμενο.

Τέλος, τα στοιχεία του ΕΦΚΑ αποτελούν στιγμιότυπο των ενεργών συμβάσεων σε μια δεδομένη στιγμή, ενώ η Eurostat βασίζεται σε δειγματοληψία που εξομαλύνει εποχικές διακυμάνσεις μέσα στο έτος. Αυτό έχει σημασία ιδίως για την Ελλάδα, όπου η τουριστική περίοδος δημιουργεί έντονες αυξομειώσεις στις μερικές και εκ περιτροπής συμβάσεις.

Η Ελλάδα στη «μεσογειακή ομάδα» της εργασιακής ανασφάλειας

Η μερική, εκ περιτροπής ή προσωρινή απασχόληση είναι μορφές εργασιακής ανασφάλειας. Έρευνα του Euronews, βασισμένη σε στοιχεία της Eurofound, κατατάσσει την Ελλάδα ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες με την υψηλότερη «ακούσια μη τυποποιημένη απασχόληση»,  δηλαδή εργασία σε προσωρινές, μερικής απασχόλησης ή ευέλικτες συμβάσεις που δεν αποτελεί επιλογή αλλά ανάγκη λόγω απουσίας σταθερών εναλλακτικών.

Η Ιταλία βρίσκεται στην κορυφή αυτής της κατάταξης, με σχεδόν έναν στους πέντε εργαζομένους σε ακούσια ελαστική απασχόληση. Ακολουθεί η Ισπανία με 17%, ενώ η Κύπρος, η Πορτογαλία και η Ελλάδα καταγράφουν όλες ποσοστά πάνω από 12%. Πρόκειται για μια σαφή «μεσογειακή ομάδα», η οποία μαζί με τη Φινλανδία διαφοροποιείται πλήρως από πιο εύπορες χώρες όπως η Αυστρία, η Γερμανία, η Δανία ή η Ολλανδία, όπου το αντίστοιχο ποσοστό κυμαίνεται μόλις στο 4% με 5%.

in.gr