Δευτέρα 19 Απριλίου 2010

O ρόλος της Οικονομίας και της Στρατιωτικής Δύναμης στο καθορισμό της ισχύος

SHARE
Η πρόσφατη οικονομική κρίση και η ταχύτατη εξάπλωσή της άλλαξε τα δεδομένα και δημιούργησε νέους συσχετισμούς δυνάμεων σε παγκόσμια κλίμακα.Ως συνέπεια αυτών των αλλαγών μεταβλήθηκε και η σχετική θέση των κρατών στην διεθνή ιεραρχία της ισχύος.Η ισχύς είναι εκείνος ο παράγοντας που καταδεικνύει την θέση ενός κράτους μέσα στο διεθνές σύστημα. Μπορεί να εξαρτάται από διάφορους παράγοντες όπως είναι το ΑΕΠ, η στρατιωτική δύναμη, οι συμμαχίες, ο πληθυσμός, η τεχνολογία και πολλά ακόμη. Ας επικεντρωθούμε όμως στους δύο κρισιμότερους που είναι η οικονομία και η αμυντική ικανότητα. Στο παρόν κείμενο θα επιχειρήσουμε να αναλύσουμε την σημασία των δύο αυτών παραγόντων στον καθορισμό της ισχύος της Ελλάδος και της Τουρκίας.
Όπως είναι γνωστό η σχέση της άμυνας με την οικονομία είναι άρρηκτη. Πρόκειται για μία σχέση αμφίδρομη. Η οικονομία εξαρτάται από την άμυνα και η άμυνα εξαρτάται από την οικονομία. Οι δύο αυτές έννοιες αποτελούν κύριες ,όχι όμως και τις μοναδικές, συνιστώσες της συνολικής ισχύος μίας χώρας. Η συνολική δύναμη είναι το άθροισμα του πλούτου και της δύναμης. Πιο απλοποιημένα ο πλούτος ταυτίζεται με την οικονομική ανάπτυξη και η δύναμη με την στρατιωτική ικανότητα μίας χώρας. Αδιαμφισβήτητα οι δύο αυτοί παράγοντες, πλούτος και δύναμη ή απλούστερα οικονομική ανάπτυξη και στρατιωτική ικανότητα συγκαθορίζουν τον ρόλο ενός κράτους στο παγκόσμιο σύστημα και κυρίως, αν πρόκειται για μικρή χώρα, στο περιφερειακό σύστημα που ανήκει. Συνεπώς δεν αρκεί για μία χώρα να έχει ισχυρές ένοπλες δυνάμεις. Οφείλει, μεταξύ άλλων, αν θέλει να καταστεί σημαντικός παίκτης στο σύστημα των διεθνών σχέσεων να διαθέτει ισχυρή οικονομία.
Πριν προχωρήσουμε όμως στην ανάλυση του ρόλου άμυνας και οικονομίας στην σχέση Ελλάδας και Τουρκίας, κρίνεται απαραίτητο να εξετάσουμε πως αλληλεπιδρά άμυνα και οικονομία. Ισχυρή οικονομία σημαίνει την δυνατότητα για μεγαλύτερες δαπάνες για εξοπλισμούς. Σημαίνει τη δυνατότητα για αγορά σύγχρονων αμυντικών συστημάτων, υιοθέτηση εξελιγμένης στρατιωτικής τεχνολογίας και αν πρόκειται για οικονομικά εύρωστη χώρα συνεπάγεται την δημιουργία ισχυρής αμυντικής βιομηχανίας. Είναι λοιπόν προφανές το πώς η οικονομική ανάπτυξη επιδρά θετικά στην αμυντική θωράκιση ενός κράτους. Αυτό που δεν είναι τόσο εμφανές (και συνήθως τα μη εμφανή έχουν τη μεγαλύτερη σημασία) είναι το πώς οι στρατιωτικοί εξοπλισμοί βοηθούν την οικονομική ανάπτυξη μίας χώρας. Αυτό μπορεί να συμβεί με δύο τρόπους, με την ανάπτυξη ισχυρής αμυντικής βιομηχανίας και με την στρατιωτική υποστήριξη, άρα και διασφάλιση, των οικονομικών και όχι μόνο συμφερόντων μίας χώρας στο εξωτερικό.
Αναφορικά με την αμυντική βιομηχανία είναι σαφές ότι βοηθάει άμεσα την οικονομική ανάπτυξη αφού δημιουργεί θέσεις εργασίας, τεχνολογία που διαχέεται και σε πολιτικές εφαρμογές, εξαγωγές στο εξωτερικό και πολλές άλλες θετικές πολλαπλασιαστικές διαδικασίες στην οικονομία. Φυσικά τα παραπάνω οφέλη των αμυντικών δαπανών υφίστανται όταν υπάρχει ισχυρή εγχώρια αμυντική βιομηχανία. Η ανυπαρξία εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας δεν εκμηδενίζει βέβαια, αλλά σαφώς μειώνει αισθητά τις θετικές επιρροές των στρατιωτικών δαπανών στην αναπτυξιακή διαδικασία. Ο δεύτερος τρόπος με τον οποίο οι στρατιωτικοί εξοπλισμοί βοηθούν την οικονομική ανάπτυξη ενός κράτους έχει να κάνει με την προστασία των επενδύσεων της στο εξωτερικό, την διασφάλιση προς όφελος της πρώτων υλών στο έδαφος ξένων κρατών αλλά και την επιβολή της πολιτικής της θέλησης. Στο νέο διεθνές περιβάλλον μετά την 11η Σεπτεμβρίου και αν γυρίσουμε λίγο παλαιότερα μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, άνοιξε ο δρόμος για πολλές στρατιωτικές επεμβάσεις που είχαν ως κύριο στόχο την προστασία οικονομικών συμφερόντων μίας χώρας στο έδαφος μίας άλλης. (π.χ. Η.Π.Α. και τα συμφέροντα τους για πετρέλαιο στο έδαφος του Ιράκ). Άρα λοιπόν η στρατιωτική δύναμη διασφαλίζοντας τα συμφέροντα των εθνικών επιχειρήσεων στο εξωτερικό βοηθά στην οικονομική ανάπτυξη.
Πώς όμως όλα αυτά μεταφράζονται στην σχέση ισχύος Ελλάδας-Τουρκίας; Τονίσαμε στην αρχή ότι η ισχύς είναι μεταξύ άλλων συνάρτηση δύο παραγόντων, της οικονομίας και της αμυντικής ικανότητας μίας χώρας. Ας αναφερθούμε αρχικά στην αμυντική ικανότητα. Η Ελλάδα και η Τουρκία αποτελούν τους κυριότερους παίχτες στην περιοχή στον στρατιωτικό τομέα μαζί με το Ισραήλ. Ένα μεγάλο μέρος του ΑΕΠ της χώρας μας και της γείτονος χώρας δαπανάται στην άμυνα.Αυτό έχει ως συνέπεια την κατακόρυφη άνοδο της εξοπλιστικής δύναμης των δύο κρατών. Μπορούμε να μιλήσουμε για ένα ανταγωνισμό εξοπλισμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Μετά την κρίση στα Ίμια η Ελλάδα προέβει σε αγορές αρκετών νέων συστημάτων τα οποία κρίθηκαν αναγκαία για να υπάρξει εξισορρόπηση ανάμεσα στις δυνάμεις των δύο χωρών. Από τη άλλη πλευρά και η Τουρκία συνεχίζει το μακροχρόνιο εξοπλιστικό της πρόγραμμα. Βέβαια η οικονομική κρίση που πλήττει την γειτονική χώρα την ανάγκασε σε περικοπές του αμυντικού της προυπολογισμού όπως άλλωστε το ίδιο συνέβει και στην χώρα μας. (στην περίπτωση της Ελλάδας μπορεί να γίνει λόγος για μία συνειδητή επιλογή μείωσης των στρατιωτικών δαπανών που δεν υπαγορεύτηκε μόνο από την τρέχουσα οικονομική κρίση αλλά και από την πεποίθηση ότι η χώρα μας ως ενεργό μέλος της ΕΕ και άλλων διεθνών οργανισμών αλλά και στο πλαίσιο της διαφαινόμενης συμμόρφωσης της Τουρκίας στο Διεθνές Δίκαιο ώστε να εκπλήρωσει τα κριτήρια ένταξης, μπορεί να εξασφαλίσει τα συμφέροντα της με λιγότερες δαπάνες για εξοπλισμούς). Περικοπές που όμως είναι για την Τουρκία βραχυχρόνιου χαρακτήρα και όλα δείχνουν πως όταν ξεπεράσει την κρίση οι δαπάνες θα επανέλθουν στα αρχικά τους επίπεδα. Εκτός βέβαια και αν η ευρωπαική προοπτική της χώρας την εξαναγκάσει να προβεί και σε νέες περικοπές μακροχρόνιου και συνεπώς μονιμότερου χαρακτήρα. Ο παραπάνω εξοπλιστικός ανταγωνισμός έχει οδηγήσει την Τουρκία στο να κατέχει ποσοτικά την υπεροχή. Όμως σε ποιότητα οπλικών συστημάτων οι δύο χώρες είναι στο ίδιο επίπεδο με μία τάση της Ελλάδας να επιδιώκει (και να έχει αποκτήσει; ) την ποιοτική υπεροχή έναντι του αντιπάλου.
Η ποσοτική υπεροχή της Τουρκίας δεν σημαίνει ότι σε μία ενδεχόμενη επίθεση της θα κέρδιζε ένα πόλεμο. Ούτε καν σημαίνει ότι η Τουρκία στηριζόμενη στην ποσοτική της υπεροχή θα ξεκίναγε ένα πόλεμο. Το αντίθετο ακριβώς συμβαίνει, η Ελλάδα αποτρέπει την Τουρκία. Τί σημαίνει όμως η έννοια <<αποτρέπω>> στην στρατηγική σκέψη; Μία χώρα Α αποτρέπει μία χώρα Β όταν η Β δεν επιτίθεται στην Α διότι γνωρίζει ότι μία ενδεχόμενη επίθεση της θα προκαλέσει ισχυρό ανταποδοτικό χτύπημα από τη Α που η Β δεν είναι διατεθιμένη να δεχτεί το κόστος του. Άρα μία χώρα δεν αρκεί να είναι απλά ισχυρότερη στρατιωτικά από μία άλλη για να αποφασίσει να επιτεθεί. Πρέπει να είναι σίγουρη ότι η χώρα στην οποία θα επιτεθεί δεν θα έχει την ικανότητα να της απαντήσει με ένα εξίσου ισχυρό χτύπημα. Πρέπει πρώτα από όλα ο επιτιθέμενος να καθορίσει το κόστος που θα του επιφέρει το ανταποδοτικό χτύπημα της άλλης χώρας και το αν είναι διατεθιμένος να το δεχτεί. Έστω ότι η Τουρκία εξετάζει το ενδεχόμενο να επιτεθεί στην Ελλάδα. Αν η Ελλάδα έχει, έστω και με λιγότερες αριθμητικά στρατιωτικές δυνάμεις, την ικανότητα να επιφέρει ένα πλήγμα με ισχυρό κόστος στην Τουρκία ( πχ καταστροφή καίριων βιομηχανικών μονάδων, διακοπή των ενταξιακών διαπραγματεύσεων κλπ) τότε αυτομάτως αποτρέπει την γείτονα χώρα από το να επιτεθεί. Μπορεί η Τουρκία να αντέξει το οικονομικό και πολιτικό κόστος ενός πολέμου με την Ελλάδα; Προφανώς όχι. Όλα τα δεδομένα δείχνουν ότι η Ελλάδα αποτρέπει την Τουρκία αποτελεσματικά. Ας αναλογιστεί κανείς ότι <<η ΕΣΣΔ απέτρεπε κατά την κρίση των πυραύλων της Κούβας το 1962 τις ΗΠΑ από το να τις επιτεθούν ενώ είχε μόλις τριακόσιους διηπειρωτικούς πυραύλους ενώ οι ΗΠΑ πέντε χιλιάδες.>>,δήλωση του τότε υπουργού άμυνας των ΗΠΑ Μακναμάρα. Συνεπώς η αριθμητική κατωτερότητα δεν συνεπάγεται απαραίτητα έλλειψη στρατιωτικής <<ισοτιμίας>> ή αποτροπής. Τονίζουμε εδώ ότι η πυρηνική ισοτιμία ανάμεσα σε ΕΣΣΔ και ΗΠΑ έχει τις δικές της πτυχές και δεν είναι πάντα ωφέλιμη και επιστημονικά ορθή μία μεταφορά των συμπερασμάτων της αμερικανοσοβιετικής διένεξης στην σχέση Ελλάδας-Τουρκίας. Απλά προσπάθησα με το παράδειγμα των διηπειρωτικών πυραύλων να δώσω παραστατικά την έννοια της αποτροπής και την μερική της ανεξαρτησία από την ποσοτική της διάσταση.Οποιαδήποτε άλλη ταύτιση πυρηνικής με συμβατική ισοτιμία ή αποτροπή πιθανώς να οδηγήσει σε λανθασμένα συμπεράσματα.
Η Ελλάδα είναι μέλος της ΕΕ, της ευρωζώνης και παράλληλα θεωρείται πλέον μία ανεπτυγμένη χώρα. Μπορεί ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ να κατέχει τις τελευταίες θέσεις όμως ας αναλογιστούμε ότι πρόκειται για τις δεκαπέντε ισχυρότερες χώρες της Ευρώπης ανάμεσα στις οποίες παγκόσμιες βιομηχανικές δυνάμεις όπως η Γερμανία (3η στον κόσμο οικονομία), το Ηνωμένο Βασίλειο (4η στον κόσμο οικονομία), η Γαλλία, η Ιταλία και άλλες.
Παράλληλα πρωταγωνιστεί στο περιφερειακό υποσύστημα των Βαλκανίων και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Οι ελληνικές επενδύσεις στα Βαλκάνια είναι αξιοσημείωτες και αυξάνουν τόσο σε ποσότητα όσο και σε ποιότητα. Ο πληθωρισμός στη χώρα μας είναι χαμηλός ενώ η ανάπτυξη, πρίν την παρούσα οικονομική κρίση, ήταν ιδιαίτερα υψηλή, πάνω από το μέσο όρο της ΕΕ-15. Το κύρος της Ελλάδας στο διεθνές περιβάλλον αναβαθμίστηκε με την διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, την συμμετοχή σε Διεθνείς οργανισμούς όπως η Επιτροπή για την Αναπτυξιακή Βοήθεια, την συνέπεια της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και με την γενικά σταθερά ανοδική πορεία της ελληνικής οικονομίας την τελευταία δεκαετία.
SHARE

Author: verified_user

Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ ΔΙΑΤΗΡΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΕΚΦΡΑΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ, ΤΟ ΕΘΝΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΜΙΑ ΟΝΤΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΤΑΙ ΚΑΙ ΝΑ ΚΑΤΑΘΕΤΕΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΝΑ ΚΡΙΤΙΚΑΡΕΙ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

0 ΣΧΟΛΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ: