Η αποτυχία του Ευρώ

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

Του Martin Feldstein, καθηγητή Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ
Foreign Affairs Magazine
Το ευρώ θα πρέπει τώρα να αναγνωριστεί ως ένα πείραμα που απέτυχε. Αυτή η αποτυχία, η οποία ήρθε μόλις μετά από 12 χρόνια από την εισαγωγή του, το 1999, δεν ήταν ένα ατύχημα ή το αποτέλεσμα γραφειοκρατικής κακοδιαχείρισης, αλλά η αναπόφευκτη συνέπεια της επιβολής ενιαίου νομίσματος σε μια πολύ ετερογενή ομάδα χωρών. Οι αρνητικές οικονομικές συνέπειες του ευρώ περιλαμβάνουν την κρίση χρέους σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, την εύθραυστη κατάσταση των μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών, τα υψηλά επίπεδα ανεργίας σε όλη την ευρωζώνη και το μεγάλο εμπορικό έλλειμμα, που μαστίζει σήμερα τις περισσότερες χώρες της ευρωζώνης.
Ο πολιτικός στόχος της δημιουργίας μιας εναρμονισμένης Ευρώπης απέτυχε επίσης. Η Γαλλία και η Γερμανία έχουν υπαγορεύσει επώδυνα μέτρα λιτότητας στην Ελλάδα και την Ιταλία ως προϋπόθεση για την οικονομική βοήθειά τους και το Παρίσι και το Βερολίνο συγκρούστηκαν γύρω από το ρόλο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και στο πώς θα μοιραστούν το βάρος της οικονομικής ενίσχυσης.
Το κίνητρο που οδήγησε στην Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση και το ευρώ ήταν πολιτικό, όχι οικονομικό. Οι Ευρωπαίοι πολιτικοί το δικαιολόγησαν με το ότι η χρήση ενός κοινού νομίσματος θα ενστάλαζε στο κοινό τους μια μεγαλύτερη αίσθηση του ανήκειν σε μια ευρωπαϊκή κοινότητα και ότι η μεταβίβαση της ευθύνης για τη νομισματική πολιτική από τις εθνικές πρωτεύουσες σε μια ενιαία κεντρική τράπεζα της Φρανκφούρτης θα σηματοδοτούσε μια μετατόπιση της πολιτικής εξουσίας.
Το κύριο πολιτικό κίνητρο για την ενδυνάμωση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ήταν, και πιθανόν ακόμα να είναι, η ενίσχυση του ρόλου της Ευρώπης στην παγκόσμια σκηνή. Το 1956, λίγο μετά που οι Ηνωμένες Πολιτείες ανάγκασαν τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο να αποσύρουν τις δυνάμεις τους από τη Διώρυγα του Σουέζ, ο Γερμανός Καγκελάριος Konrad Adenauer είπε σ’ ένα Γάλλο πολιτικό, ότι τα μεμονωμένα ευρωπαϊκά κράτη δεν θα ήταν ποτέ σε θέση να ηγηθούν ως παγκόσμιες δυνάμεις, αλλά “ μόνο ένας τρόπος υπάρχει για να παίξουν καθοριστικό ρόλο στον κόσμο. Να ενωθούν και να δημιουργήσουν την Ευρώπη…. η Ευρώπη θα είναι η απάντησή σου “ . Ένα χρόνο αργότερα, η Συνθήκη της Ρώμης ξεκίνησε την Κοινή Αγορά.
Η Κοινή Αγορά επεκτάθηκε το 1967 για να σχηματίσει τις Ευρωπαϊκές Κοινοτήτες, και στη συνέχεια, το 1992, η Συνθήκη του Μάαστριχτ ίδρυσε την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία δημιούργησε μια μεγαλύτερη ζώνη ελεύθερων συναλλαγών, που προέβλεπε την κινητικότητα του εργατικού δυναμικού και έθετε ένα χρονοδιάγραμμα για την υιοθέτηση ένός ενιαίου νομίσματος και μιας ολοκληρωμένης ευρωπαϊκής αγοράς για αγαθά και υπηρεσίες. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χρησιμοποίησε τη ρύθμιση αυτή ως εφαλτήριο για την άσκηση μεγαλύτερης πολιτικής ενότητας και δημιούργησε το προσχηματικό επιχείρημα ότι η ζώνη ελεύθερων συναλλαγών θα μπορούσε να πετύχει μόνο αν οι χώρες μέλη της χρησιμοποιούν ένα ενιαίο νόμισμα. (Δεν υπάρχει, βέβαια, τίποτα στην οικονομική λογική και εμπειρία που να υπαγορεύει ότι το ελεύθερο εμπόριο απαιτεί ένα ενιαίο νόμισμα. Η Βορειοαμερικανική Συμφωνία Ελεύθερων Συναλλαγών, για παράδειγμα, έχει προκαλέσει αύξηση των εμπορικών συναλλαγών χωρίς να σκεφτεί κανείς ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο Καναδάς και το Μεξικό θα πρέπει να έχουν ένα ενιαίο νόμισμα).
Η Γερμανία αντιστάθηκε στην απόφαση για τη δημιουργία ενός ενιαίου νομίσματος, δείχνοντας απροθυμία να εγκαταλείψει το γερμανικό μάρκο και τη σταθερότητα των τιμών και την ευημερία που έφερε στη μεταπολεμική οικονομία της χώρας. Αλλά η Γερμανία τελικά οπισθοχώρησε και η Γαλλία και οι άλλοι κατάφεραν να καθιερώσουν ένα πρόγραμμα που θα οδηγούσε στην κυκλοφορία του ευρώ το 1999. Η Γερμανία ήταν, ωστόσο, σε θέση να επηρεάσει κάποια από τα χαρακτηριστικά της ΕΚΤ: Την επίσημη ανεξαρτησία της τράπεζας, το στόχο για την ενιαία πολιτική της σταθερότητας των τιμών, την απαγόρευση της αγοράς ομολόγων από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών, τον κανόνα “ μη διάσωσης” για τις χώρες που θα βρίσκονταν υπό πτώχευση και την έδρα της ΕΚΤ στη Φρανκφούρτη. Η Γερμανία επέβαλε, επίσης, τη δημιουργία ενός Συμφώνου Σταθερότητας, που θεσμοθετούσε οικονομικές κυρώσεις για οποιαδήποτε χώρα που είχε έλλειμμα άνω του 3% του ΑΕΠ της ή με ένα χρέος που θα υπερέβαινε το 60 % του ΑΕΠ. Όταν η Γαλλία και η Γερμανία παραβίασαν σύντομα αυτές τις συνθήκες, το Συμβούλιο Υπουργών ψήφισε να μην επιβληθούν κυρώσεις και οι όροι του Συμφώνου εξασθένησαν κατά τέτοιο τρόπο ώστε δεν είχαν πλέον κανένα νόημα.
Ένας προαναγγελθείς θάνατος
Πολύ πριν το ευρώ εισαχθεί επίσημα, οι οικονομολόγοι επεσήμαναν τις αρνητικές συνέπειες που ένα ενιαίο νόμισμα θα είχε στις οικονομίες της Ευρώπης. (Βλέπε, για παράδειγμα, το άρθρο μου στον Economist το 1992, “ Η ένσταση κατά του ευρώ”, ή το δοκίμιό μου από αυτές τις σελίδες, “ Η ΟΝΕ και οι διεθνείς συγκρούσεις”, Νοέμβριος/ Δεκέμβριος του 1997). Τα ενιαία νομίσματα απαιτούν από όλες τις χώρες της νομισματικής ένωσης να έχουν την ίδια νομισματική πολιτική και το ίδιο βασικό επιτόκιο, με επιτόκια που διαφέρουν μεταξύ των οφειλετών μόνο λόγω της ενδεχόμενης διαφοράς του πιστωτικού κινδύνου. Το ενιαίο νόμισμα σημαίνει, επίσης, μια σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία εντός της νομισματικής ένωσης και την ίδια συναλλαγματική ισοτιμία σε σχέση με όλα τα άλλα νομίσματα, ακόμα και όταν μεμονωμένες χώρες της νομισματικής ένωσης θα επωφελούνταν από τις αλλαγές στις σχετικές τιμές. Οι οικονομολόγοι εξήγησαν ότι το ευρώ θα οδηγούσε σε μεγαλύτερες διακυμάνσεις στην παραγωγή και την απασχόληση, μια πολύ πιο αργή προσαρμογή στη μείωση της συνολικής ζήτησης και επίμονες ανισορροπίες του εμπορίου μεταξύ της Ευρώπης και του υπόλοιπου κόσμου. Πραγματικά, όλα αυτά τα αρνητικά αποτελέσματα σημειώθηκαν κατά τα τελευταία χρόνια.
Και να γιατί: όταν μια επαρχία έχει τη δική της νομισματική πολιτική, δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε μια πτώση της ζήτησης μέσω της μείωσης των επιτοκίων για την τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας. Αλλά η ΕΚΤ πρέπει να κάνει νομισματική πολιτική με βάση τη γενική κατάσταση όλων των χωρών στη νομισματική ένωση. Αυτό δημιουργεί μια κατάσταση στην οποία τα επιτόκια είναι πολύ υψηλά στις χώρες με αυξανόμενη ανεργία και πάρα πολύ χαμηλά στις χώρες με ραγδαία αύξηση των μισθών. Και λόγω του μεγάλου μεγέθους της γερμανικής οικονομίας σε σχέση με τους άλλους στην Ευρώπη, η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ πρέπει να δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα με τις αποφάσεις της στις συνθήκες που επικρατούν στη Γερμανία από ό, τι δίνει στις συνθήκες που επικρατούν σε άλλες χώρες.
Η σκληρή αντιπληθωριστική πολιτική της ΕΚΤ προκάλεσε πτώση των επιτοκίων σε χώρες όπως η Ιταλία και η Ισπανία, εκεί όπου οι προσδοκίες υψηλού πληθωρισμού είχαν προηγουμένως διατηρήσει τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα. Τα νοικοκυριά και οι κυβερνήσεις στις χώρες αυτές ανταποκρίθηκαν στα χαμηλά επιτόκια με την αύξηση του δανεισμού τους, με τα νοικοκυριά να χρησιμοποιούν το αυξανόμενο χρέος χρηματοδοτώντας ένα κύμα οικοδόμησης κατοικιών και τις τιμές τους και τις κυβερνήσεις να το χρησιμοποιούν για τη χρηματοδότηση μεγαλύτερων κοινωνικών προγραμμάτων.
Το αποτέλεσμα ήταν να αυξάνεται με ταχύ ρυθμό η αναλογία του δημόσιου και του ιδιωτικού χρέους προς το ΑΕΠ σε αρκετές χώρες, όπως η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Ιταλία και η Ισπανία. Παρά τον αυξημένο κίνδυνο για τους δανειστές για ό, τι αυτό συνεπάγεται, οι παγκόσμιες αγορές κεφαλαίου δεν απάντησαν με άνοδο των επιτοκίων στις χώρες που βρέθηκαν με αυξανόμενο επίπεδο χρέους. Οι αγοραστές ομολόγων θεώρησαν ότι ένα ομόλογο που εκδίδεται από μία κυβέρνηση στην Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση ήταν εξίσου ασφαλές όπως ένα ομόλογο που εκδίδεται από οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αγνοώντας τη διάταξη της Συνθήκης του Μάαστριχτ περί ” μη διάσωσης “ . Ως αποτέλεσμα, τα επιτόκια των ελληνικών και ιταλικών ομολόγων ήταν διαφορετικά από το επιτόκιο των γερμανικών ομολόγων μόνο κατά ένα μικρό κλάσμα του εκατοστού.

 
 
 

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

 
Copyright © Ellinas Blog