Οι πολλές ώρες εργασίας εξακολουθούν να αποτελούν ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ελληνικής αγοράς, με τους εργαζομένους στη χώρα μας να περνούν αισθητά περισσότερο χρόνο στη δουλειά σε σχέση με τον μέσο Ευρωπαίο. Μάλιστα, περισσότεροι από ένας στους δέκα απασχολουμένους εργάζονται τουλάχιστον 49 ώρες την εβδομάδα στην κύρια δουλειά τους.
Τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ αποτυπώνουν τη μεγάλη απόσταση που εξακολουθεί να χωρίζει την Ελλάδα από την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς τη διάρκεια της εβδομαδιαίας απασχόλησης.
Συγκεκριμένα, το 11,6% των απασχολουμένων στην Ελλάδα εργάζεται 49 ή περισσότερες ώρες την εβδομάδα, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η απόσταση είναι σημαντική και από άλλες ομάδες ευρωπαϊκών χωρών, καθώς η ελληνική επίδοση βρίσκεται 6,1 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από εκείνη των κρατών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και 10,1 μονάδες υψηλότερα από τα κράτη-μέλη των Βαλκανίων.
Η διαφορά δεν περιορίζεται στους εργαζομένους με εξαιρετικά μεγάλα ωράρια. Για το σύνολο των απασχολουμένων ηλικίας 15 έως 64 ετών, η συνηθισμένη εβδομαδιαία απασχόληση στην κύρια εργασία φθάνει τις 41 ώρες στην Ελλάδα, έναντι 37,7 ωρών κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι αυτοαπασχολούμενοι ανεβάζουν τον μέσο όρο
Ένα σημαντικό μέρος της διαφοράς εξηγείται από το μοντέλο της ελληνικής αγοράς εργασίας και κυρίως από τις ιδιαίτερα πολλές ώρες που δουλεύουν οι αυτοαπασχολούμενοι.
Το 2025 οι αυτοαπασχολούμενοι στην Ελλάδα εργάζονταν κατά μέσο όρο 47,2 ώρες την εβδομάδα, όταν ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος περιοριζόταν στις 41,9 ώρες. Πρόκειται για διαφορά άνω των πέντε ωρών εβδομαδιαίως.
Διαφορετική είναι η εικόνα στους μισθωτούς. Η μέση εβδομαδιαία απασχόλησή τους διαμορφώνεται στις 39,1 ώρες, με την Ελλάδα να εμφανίζει καλύτερη επίδοση από τις χώρες των Βαλκανίων και οριακά καλύτερη από τα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.
Το ΙΝΕ ΓΣΕΕ, πάντως, επισημαίνει ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη διάρκεια του ωραρίου αλλά συνολικά την ποιότητα της εργασίας.
Σύμφωνα με την έκθεση, η ελληνική αγορά εργασίας συνδυάζει τις σχετικά χαμηλές αμοιβές με αυξημένη εντατικοποίηση. Ως αιτίες αναφέρονται, μεταξύ άλλων, ελλείμματα στη θεσμική προστασία των εργαζομένων, η οργανωσιακή κουλτούρα μέρους των επιχειρήσεων και η κλαδική διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας.
Εμπόριο: Πάνω από 43 ώρες την εβδομάδα
Οι διαφορές γίνονται περισσότερο εμφανείς όταν τα στοιχεία αναλυθούν ανά κλάδο. Στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο, το οποίο συγκεντρώνει το 17,6% της συνολικής απασχόλησης στη χώρα, οι εργαζόμενοι πλήρους απασχόλησης έφθασαν το 2025 κατά μέσο όρο τις 43,3 ώρες εργασίας την εβδομάδα.
Στις χώρες των Βαλκανίων και της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης η αντίστοιχη διάρκεια βρίσκεται λίγο πάνω από τις 40 ώρες, ενώ στις οικονομίες της ευρωπαϊκής περιφέρειας διαμορφώνεται στις 41,5 ώρες.
Ακόμη και στη μερική απασχόληση, οι εργαζόμενοι στο ελληνικό εμπόριο φθάνουν κατά μέσο όρο τις 23,6 ώρες την εβδομάδα.
Υψηλά παραμένουν τα ωράρια και στη μεταποίηση. Οι εργαζόμενοι του κλάδου απασχολούνταν το 2025 κατά μέσο όρο 41,7 ώρες εβδομαδιαίως. Η διάρκεια είναι οριακά χαμηλότερη σε σύγκριση με το 2019, εξακολουθεί όμως να ξεπερνά τις αντίστοιχες επιδόσεις των υπόλοιπων ομάδων χωρών που εξετάζει η έκθεση.
Σχεδόν μία επιπλέον εργάσιμη ημέρα στην εστίαση

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόσταση στον τουρισμό και την εστίαση, έναν από τους μεγαλύτερους εργοδότες της ελληνικής οικονομίας.
Στις δραστηριότητες παροχής καταλύματος και εστίασης, οι μέσες εβδομαδιαίες ώρες εργασίας έφθασαν το 2025 τις 43,1. Ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται στις 35,3 ώρες.
Αυτό σημαίνει ότι ένας εργαζόμενος στον συγκεκριμένο κλάδο στην Ελλάδα δουλεύει κατά μέσο όρο σχεδόν οκτώ ώρες περισσότερο την εβδομάδα – ουσιαστικά μία επιπλέον πλήρη εργάσιμη ημέρα.
Η ελληνική επίδοση είναι επίσης κατά 5,8 ώρες υψηλότερη από τις οικονομίες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, κατά πέντε ώρες από τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και κατά 3,3 ώρες από τα κράτη των Βαλκανίων.
Μεγάλη παραμένει η επιβάρυνση και στον πρωτογενή τομέα. Στη γεωργία, τη δασοκομία και την αλιεία, όπου συγκεντρώνεται το τέταρτο υψηλότερο μερίδιο απασχολουμένων στη χώρα, η εβδομαδιαία εργασία φθάνει κατά μέσο όρο τις 45,1 ώρες.
Πρόκειται για περίπου τρεις ώρες περισσότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ και έξι ώρες περισσότερες από τις χώρες των Βαλκανίων.
Η συνολική εικόνα δείχνει έτσι μια ελληνική αγορά εργασίας στην οποία οι πολλές ώρες παραμένουν ο κανόνας για σημαντικό τμήμα των απασχολουμένων, χωρίς ο μεγαλύτερος εργασιακός χρόνος να μεταφράζεται αυτομάτως σε αντίστοιχα υψηλότερη παραγωγικότητα ή καλύτερες αμοιβές.

0 ΣΧΟΛΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ:
Δημοσίευση σχολίου