Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Αλαλούμ και με τη μερική απασχόληση: 20% ΥΠΟΣΤΗΡΊΖΕΙ  ο ΕΦΚΑ, 5% επιβεβαιώνει η ΕΛΣΤΑΤ

Αλαλούμ και με τη μερική απασχόληση: 20% ΥΠΟΣΤΗΡΊΖΕΙ ο ΕΦΚΑ, 5% επιβεβαιώνει η ΕΛΣΤΑΤ

 


Εκτός από τα ποσοστά ανεργίας
, που αποτελούν έναν μόνιμο στατιστικό πονοκέφαλο, με τεράστιες αποκλίσεις μεταξύ ΕΛΣΤΑΤ και ΔΥΠΑ, σύγχυση επικρατεί και με τα στοιχεία για τη μερική απασχόληση.

Αν δει κανείς τις σχετικές εκθέσεις της Eurostat, που βασίζονται στις  ρευνες Εργατικού Δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ, διαπιστώνει ότι η Ελλάδα είναι ουραγός στη μερική απασχόληση, με ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά στην ΕΕ. Η τελευταία συγκεντρωτική έκθεση της Εurostat (δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2025, με στοιχεία ως και τον Δεκέμβριο του 2024) εμφανίζει τη μερική απασχόληση στην Ελλάδα στο 6,2%, έναντι 17,1% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Σε αναμονή της επικαιροποιημένης έκθεσης, που θα δημοσιευθεί τον Οκτώβριο του 2026, μια πιο πρόσφατη εικόνα δίνουν τα ετήσια στοιχεία για την απασχόληση το 2025. Από το σύνολο των εργαζομένων στην Ελλάδα (ηλικίας 20-64 ετών), μόλις λίγο περισσότεροι από 220.000 δήλωναν μερικώς ή προσωρινά απασχολούμενοι, αριθμός που αναλογεί στο 5,1% του εργατικού δυναμικού των περίπου 4,3 εκατομμυρίων.

Τα πιο πρόσφατα συγκεντρωτικά στοιχεία εμφανίζουν τη μερική απασχόληση στην Ελλάδα στο 6,2% – πηγή: Εurostat – επεξεργασία Euronews

Το 20,23% των ασφαλισμένων έχουν μόνο μερική απασχόληση – πηγή: e-ΕΦΚΑ (πατήστε στην εικόνα για μεγέθυνση)

Πάνω από 20% η μερική απασχόληση ασφαλισμένων ιδιωτικού δικαίου

Όμως τα τελευταία στοιχεία του e-EΦΚΑ για την απασχόληση των ασφαλισμένων ιδιωτικού δικαίου, που αφορούν τον Δεκέμβριο του 2025, καταγράφουν περισσότερα από 540.000 άτομα που έχουν μόνο μερική απασχόληση, σε σύνολο 2.767.000 μισθωτών. Πρόκειται για το 20,23% της συνολικής απασχόλησης. Όπως διευκρινίζει η έκθεση, το συγκεκριμένο νούμερo δεν ταυτίζεται με το συνολικό ποσοστό μερικών απασχολήσεων, αφού υπάρχουν εργαζόμενοι που κάνουν δύο ή περισσότερες δουλειές, πλήρους και μερικής απασχόλησης ταυτόχρονα.

Φυσικά οι δύο εκθέσεις δεν μετράνε τα ίδια πράγματα. Η ΕΛΣΤΑΤ, και κατ’ επέκταση η Εurostat, αναφέρονται στο σύνολο των εργαζομένων, εκ των οποίων ένα μεγάλο μέρος, άνω του 28% είναι αυτοαπασχολούμενοι με ή χωρίς προσωπικό (αγρότες, ελεύθεροι επαγγελματίες) ή βοηθοί στην οικογενειακή επιχείρηση. Ο e-EΦΚΑ καταγράφει τους απασχολούμενους με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου. Σε αυτούς περιλαμβάνονται οι αναπληρωτές εκπαιδευτικοί και άλλοι συμβασιούχοι εργαζόμενοι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, μέσω προγραμμάτων ΕΣΠΑ κ.λπ. Ακόμα και αν λάβουμε υπ’όψιν τα παραπάνω, η απόσταση ανάμεσα στους 220.000 και στο μισό εκατομμύριο μερικώς απασχολούμενους, είναι αβυσσάλεα.

Με μερική απασχόληση το 43% των νέων προσλήψεων

Η εικόνα μπερδεύεται ακόμα περισσότερο, όταν κοιτάζουμε τα στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος «Εργάνη» για το ισοζύγιο προσλήψεων-απολύσεων. Η τελευταία έκθεση για τις «Ροές Μισθωτής Απασχόλησης στον Ιδιωτικό Τομέα» (Μάιος 2026), δείχνει ότι πάνω από τέσσερις στις δέκα προσλήψεις (43,2%) αφορά μερική ή εκ περιτροπής απασχόληση.

Τα παραπάνω στοιχεία αναλύει διεξοδικά νέα έρευνα της Ένωσης για την Υπεράσπιση της Εργασίας και του Κοινωνικού Κράτους (ΕΝΥΠΕΚΚ), από τον καθηγητή Αλέξη Μητρόπουλο. Όπως αναφέρει, τον Μάιο σε σύνολο 368.429 νεοπροσληφθέντων εργαζομένων, 209.265 άτομα προσλήφθηκαν για πλήρη απασχόληση (ποσοστό 56,8%), ενώ 159.164  άνθρωποι (ποσοστό 43,2%) προσλήφθηκαν για μερική ή εκ περιτροπής απασχόληση.

Εξετάζοντας συνδυαστικά τους πίνακες του e-EΦΚΑ και του Εργάνη, η ΕΝΥΠΕΚΚ διαπιστώνει ότι η πλειονότητα των μερικώς ή εκ περιτροπής απσχολούμενων που προσλήφθηκαν τον Μάιο, καλούνται να ζήσουν με 472 ευρώ καθαρά – ή έστω, ανεπαισθήτως υψηλότερα μετά την αύξηση του κατώτατου μισθού από 1-4-2026. Πρόκειται για ποσό κάτω από το επίσημο κατώφλι της φτώχειας (585 ευρώ τον μήνα για μονοπρόσωπο νοικοκυριό). Επιβεβαιώνεται έτσι ότι στη χώρα μας το μοντέλο του εργαζόμενου φτωχού (working poor), που δε μπορεί να καλύψει τις βασικές ανάγκες με τον μισθό του, είναι κάθε άλλο παρά μειοψηφικό.

«Συνεπώς, επειδή το ποσοστό των μερικώς απασχολουμένων είναι σχεδόν πάντα πάνω από το 21% σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΦΚΑ, ενώ το μηνιαίο ποσοστό τους κυμαίνεται γύρω στο 43-46% (το οποίο μάλιστα αυξάνεται κατά την τουριστική περίοδο σε πολύ υψηλά ποσοστά) σύμφωνα με το Π/Σ «Εργάνη», είναι προφανές ότι η συνολική μερική απασχόληση στην Ελλάδα «ζει και βασιλεύει» και ασφαλώς είναι πολύ υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (17,1% το 2024)», τονίζει ο καθηγητής Αλέξης Μητρόπουλος.

Μήπως υπάρχει εικονική μερική απασχόληση;

Η απόκλιση των στοιχείων για τη μερική απασχόληση μεταξύ Εurostat-ΕΛΣΤΑΤ και e-EΦΚΑ, εκτός από τη διαφορετική μεθοδολογία, πιθανόν οφείλεται και στα υψηλά ποσοστά της υποδηλωμένης και αδήλωτης εργασίας.

Η Εurostat στηρίζεται στην Έρευνα Εργατικού Δυναμικού (Labour Force Survey), μια δειγματοληπτική έρευνα όπου ο ίδιος ο εργαζόμενος δηλώνει αν θεωρεί τη βασική του εργασία πλήρους ή μερικής απασχόλησης, με βάση τις ώρες που πραγματικά εργάζεται σε σύγκριση με έναν αντίστοιχο πλήρως απασχολούμενο. Ο e-EΦΚΑ αντίθετα καταγράφει τον τύπο σύμβασης που έχει δηλωθεί επίσημα στο ασφαλιστικό σύστημα. Αν μια σύμβαση έχει καταχωρηθεί ως «μερικής απασχόλησης», προσμετράται εκεί ανεξάρτητα από το τι δηλώνει ο ίδιος ο εργαζόμενος για τις πραγματικές ώρες εργασίας του.

Στην Ελλάδα είναι ευρέως τεκμηριωμένο το φαινόμενο εργαζομένων που δηλώνονται επίσημα με σύμβαση μερικής απασχόλησης, συχνά για λίγες ώρες την ημέρα, ενώ στην πράξη εργάζονται με πλήρες ωράριο, με το υπόλοιπο τμήμα του μισθού να καταβάλλεται ανεπίσημα. Αυτό βολεύει τον εργοδότη ως προς τις ασφαλιστικές εισφορές, αλλά δημιουργεί μια αναντιστοιχία ανάμεσα στο τι δηλώνεται στον ΕΦΚΑ και στο τι θα δήλωνε ο ίδιος ο εργαζόμενος αν τον ρωτούσε ερευνητής της ΕΛΣΤΑΤ για τις πραγματικές του ώρες εργασίας. Η εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας μπορεί να περιόρισε αλλά δεν εξάλειψε αυτό το φαινόμενο.

Τέλος, τα στοιχεία του ΕΦΚΑ αποτελούν στιγμιότυπο των ενεργών συμβάσεων σε μια δεδομένη στιγμή, ενώ η Eurostat βασίζεται σε δειγματοληψία που εξομαλύνει εποχικές διακυμάνσεις μέσα στο έτος. Αυτό έχει σημασία ιδίως για την Ελλάδα, όπου η τουριστική περίοδος δημιουργεί έντονες αυξομειώσεις στις μερικές και εκ περιτροπής συμβάσεις.

Η Ελλάδα στη «μεσογειακή ομάδα» της εργασιακής ανασφάλειας

Η μερική, εκ περιτροπής ή προσωρινή απασχόληση είναι μορφές εργασιακής ανασφάλειας. Έρευνα του Euronews, βασισμένη σε στοιχεία της Eurofound, κατατάσσει την Ελλάδα ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες με την υψηλότερη «ακούσια μη τυποποιημένη απασχόληση»,  δηλαδή εργασία σε προσωρινές, μερικής απασχόλησης ή ευέλικτες συμβάσεις που δεν αποτελεί επιλογή αλλά ανάγκη λόγω απουσίας σταθερών εναλλακτικών.

Η Ιταλία βρίσκεται στην κορυφή αυτής της κατάταξης, με σχεδόν έναν στους πέντε εργαζομένους σε ακούσια ελαστική απασχόληση. Ακολουθεί η Ισπανία με 17%, ενώ η Κύπρος, η Πορτογαλία και η Ελλάδα καταγράφουν όλες ποσοστά πάνω από 12%. Πρόκειται για μια σαφή «μεσογειακή ομάδα», η οποία μαζί με τη Φινλανδία διαφοροποιείται πλήρως από πιο εύπορες χώρες όπως η Αυστρία, η Γερμανία, η Δανία ή η Ολλανδία, όπου το αντίστοιχο ποσοστό κυμαίνεται μόλις στο 4% με 5%.

in.gr

Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

RED ALERT στην παγκόσμια οικονομία: Η κλιματική κρίση απειλεί τον πυρήνα της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας

RED ALERT στην παγκόσμια οικονομία: Η κλιματική κρίση απειλεί τον πυρήνα της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας

 


Καθώς η Ευρώπη φλέγεται και τεράστιες δασικές εκτάσεις σε χώρες όπως η Γαλλία και η Ισπανία παραδίδονται στις φλόγες εν μέσω θερμοκρασιών ρεκόρ, ένας νέος, αθέατος αλλά εξαιρετικά επικίνδυνος εφιάλτης αναδύεται: η κλιματική κρίση και η ραγδαία υποβάθμιση της φύσης δεν κοστίζουν πλέον μόνο σε ανθρώπινες ζωές και άμεσες υλικές καταστροφές, αλλά απειλούν τα ίδια τα θεμέλια του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Το ηχηρό καμπανάκι κινδύνου κρούει στον Guardian το μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), Φρανκ Έλντερσον, ο οποίος προειδοποιεί ότι ο τραπεζικός τομέας βρίσκεται μπροστά σε έναν πρωτοφανή κίνδυνο. Όπως επισημαίνει, η κατάρρευση των αποκαλούμενων «υπηρεσιών του οικοσυστήματος» —δηλαδή των φυσικών διεργασιών και πόρων που στηρίζουν την ανθρώπινη δραστηριότητα— δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα απειλών για την ανάπτυξη, τον πληθωρισμό και τον δανεισμό.
Η ραγδαία κατάρρευση των «υπηρεσιών οικοσυστήματος»
Για δεκαετίες, η παγκόσμια οικονομία θεωρούσε δεδομένους τους πόρους που παρέχει απλόχερα η φύση. Αυτές οι «υπηρεσίες του οικοσυστήματος» ορίζονται ως οποιοδήποτε όφελος μπορεί να αντληθεί από μια φυσική δομή ή διαδικασία. Για παράδειγμα, το νερό χρησιμοποιείται ως απαραίτητη πρώτη ύλη στη βιομηχανία, ως πηγή ενέργειας μέσω των υδροηλεκτρικών εργοστασίων ή ως δίκτυο μεταφορών. Παράλληλα, τα θαλάσσια οικοσυστήματα είναι κρίσιμα για την αλιεία και την παραγωγή τροφίμων, ενώ τα δάση στηρίζουν ολόκληρους κλάδους του τουρισμού, της ξυλείας και της γεωργίας.
«Αυτές οι υπηρεσίες δεν είναι πλέον σταθερές, αλλά βρίσκονται σε ραγδαία παρακμή. Γι’ αυτό μιλάμε ταυτόχρονα για την κλιματική κρίση και την κρίση της φύσης», υπογραμμίζει ο κ. Έλντερσον. Επισημαίνει, μάλιστα, ότι οι συνέπειες από την εξάρτηση των επιχειρήσεων σε αυτούς τους φυσικούς πόρους, μεταφράζονται άμεσα σε τεράστια ανοίγματα και κινδύνους για τις ίδιες τις τράπεζες που τις δανειοδοτούν.
«Δεν είναι οικολογικές ευαισθησίες, είναι σκληρή οικονομία»
Για πολύ καιρό, η συζήτηση γύρω από την κλιματική αλλαγή αντιμετωπιζόταν στους σκληρούς οικονομικούς κύκλους ως ένα δευτερεύον ή αυστηρά περιβαλλοντικό ζήτημα. Αυτό πλέον έχει ανατραπεί ριζικά. Η αυξημένη συχνότητα των φυσικών καταστροφών, όπως οι πρόσφατες σαρωτικές πυρκαγιές που έκαναν στάχτη σπίτια και επιχειρήσεις σε ολόκληρη τη Νότια Ευρώπη, αποδεικνύουν ότι η απειλή είναι συστημική.
«Οι κίνδυνοι που σχετίζονται με τη φύση μπορούν να δημιουργήσουν ουσιαστικούς οικονομικούς και χρηματοπιστωτικούς κινδύνους, επηρεάζοντας τον πιστωτικό κίνδυνο, την ανάπτυξη, τον πληθωρισμό και —μακροπρόθεσμα— τη δυνητική χρηματοπιστωτική αστάθεια», εξηγεί το στέλεχος της ΕΚΤ, χρησιμοποιώντας πολύ ξεκάθαρη γλώσσα για να αφυπνίσει τις αγορές.
«Αν καταστρέψεις τη φύση, καταστρέφεις τον πυρήνα πάνω στον οποίο εξαρτώνται οι οικονομίες μας. Και αυτό τράβηξε την προσοχή του κόσμου. Δεν πρόκειται για κάποια άσκηση οικολογικής ευαισθησίας ή αγάπης προς τα δέντρα (“flower-power, tree-hugging exercise”). Πρόκειται για τον σκληρό πυρήνα της οικονομίας. Πρόκειται για τη θεμελιώδη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τη σταθερότητα των τιμών», τονίζει χαρακτηριστικά.
Το σχέδιο της ΕΚΤ και ο ρόλος των τραπεζών
Υπό το βάρος αυτών των εξελίξεων, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ως η εποπτική αρχή των μεγαλύτερων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων της Ευρώπης, έχει ήδη δρομολογήσει ένα εκτεταμένο πρόγραμμα αξιολόγησης. Στόχος είναι να χαρτογραφηθεί το πώς η κλιμακούμενη ζημιά στα οικοσυστήματα εκθέτει το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Μέσα στη χρονιά, η ΕΚΤ σχεδιάζει να δημοσιεύσει μια αναλυτική μελέτη που θα ερευνά πώς τα «μονοπάτια υποβάθμισης των οικοσυστημάτων» (ecosystem degradation pathways) μπορούν να μεταφραστούν σε δυναμική πιστωτικών απωλειών για τις τράπεζες της Ευρωζώνης, μετρώντας ουσιαστικά τα «κόκκινα δάνεια» που θα γεννήσει η ξηρασία, οι πυρκαγιές και οι πλημμύρες.
Το γεωπολιτικό ρήγμα και η αποχώρηση των ΗΠΑ
Η προσπάθεια ενσωμάτωσης των κλιματικών κινδύνων στον χρηματοπιστωτικό τομέα ξεκίνησε εντατικά το 2017, όταν δημιουργήθηκε το Δίκτυο για το Πρασίνισμα του Χρηματοοικονομικού Συστήματος (NGFS), με πρωτεργάτες τον Φρανκ Έλντερσον, τον τότε επικεφαλής της Τράπεζας της Αγγλίας, Μαρκ Κάρνεϊ, και τον διοικητή της Τράπεζας της Γαλλίας, Φρανσουά Βιλερουά ντε Γκαλό. Σήμερα, 114 κεντρικές τράπεζες παγκοσμίως συμμετέχουν στην προσπάθεια.
Ωστόσο, η παγκόσμια συνεργασία δέχθηκε ισχυρό πλήγμα υπό την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ. Αντιδρώντας στις πιέσεις κολοσσών της βιομηχανίας ορυκτών καυσίμων που δίνουν μάχη για να διατηρήσουν τα κεκτημένα τους, ο Τραμπ απέσυρε πέρυσι τις ΗΠΑ από το NGFS. Η κίνηση αυτή άφησε την Ευρώπη να ηγείται σχεδόν μόνη της της πράσινης χρηματοοικονομικής ατζέντας, χωρίς την υποστήριξη της ισχυρότερης οικονομίας του πλανήτη.
Παρά τις γεωπολιτικές αναταράξεις, ο ευρωπαϊκός τραπεζικός κλάδος φαίνεται να έχει συνειδητοποιήσει πλήρως το μέγεθος του προβλήματος. Οι εποχές της άρνησης έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί. «Νομίζω ότι είναι πολύ δύσκολο να βρεις πλέον μια τράπεζα στην Ευρώπη που θα σου πει ειλικρινά ότι δεν θεωρεί αυτό το ζήτημα σημαντικό. Νομίζω ότι αυτός ο καιρός έχει περάσει», καταλήγει ο αξιωματούχος της ΕΚΤ, την ώρα που οι φλόγες συνεχίζουν να καταβροχθίζουν τον φυσικό πλούτο της γηραιάς ηπείρου.