Έναν εξωδικαστικό τρόπο για να αποδεσμευτούν ακίνητα που εμφανίζονται ως δασικά στους δασικούς χάρτες και, ως αποτέλεσμα, κινδυνεύουν να καταγραφούν ως «δημόσια» στο Κτηματολόγιο ενεργοποιούν οι τελευταίες κυβερνητικές ρυθμίσεις. Η νέα διαδικασία δίνει σε συγκεκριμένες κατηγορίες ιδιοκτητών τη δυνατότητα να προχωρήσουν σε διορθώσεις χωρίς δικαστική προσφυγή, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει σαφής διοικητική βάση που «κλειδώνει» την υπόθεση.
Η εξωδικαστική οδός δεν αφορά όλες τις περιπτώσεις. Ανοίγει, όμως, για ιδιοκτησίες που διαθέτουν καθαρά διοικητικά ερείσματα, όπως τελεσίδικες αποφάσεις αποδοχής αντιρρήσεων ή ακίνητα που δεν εμπίπτουν στον «σκληρό πυρήνα» της δασικής νομοθεσίας.
Το πρώτο βήμα για τον ιδιοκτήτη είναι να διαπιστώσει αν η περίπτωσή του ανήκει στις κατηγορίες που μπορούν να αποδεσμευτούν χωρίς δικαστήριο. Κρίσιμη προϋπόθεση είναι να υπάρχει τελεσίδικη απόφαση της Επιτροπής Εξέτασης Αντιρρήσεων που έκανε δεκτή την αντίρρηση και είτε να έχει περάσει το προβλεπόμενο διάστημα είτε να έχει εγκριθεί η αναμόρφωση του κυρωμένου δασικού χάρτη. Εναλλακτικά, η διαδικασία μπορεί να προχωρήσει όταν το ακίνητο βρίσκεται σε περιοχή με εγκεκριμένο σχέδιο πόλης, εντός ορίων οικισμού ή σε ζώνη που έχει εξαιρεθεί από την ανάρτηση ή από τον κυρωμένο δασικό χάρτη, επειδή δεν υπάγεται στο αυστηρό πλαίσιο της δασικής προστασίας.
Στο δεύτερο βήμα, ο πολίτης καλείται να συγκεντρώσει όλα τα έγγραφα που τεκμηριώνουν διοικητικά το αίτημά του. Η απόφαση αποδοχής της αντίρρησης, όπου υπάρχει, θεωρείται κομβική, καθώς λειτουργεί ως βασικό τεκμήριο για να κινηθεί η διόρθωση. Ανάλογα με την περίπτωση, απαιτούνται επίσης στοιχεία που αποδεικνύουν ότι το ακίνητο είναι εντός σχεδίου, εντός οικισμού ή σε εξαιρεθείσα ζώνη, ώστε να στηριχθεί ότι ο δασικός χαρακτηρισμός δεν μπορεί να ισχύει.
Στο τρίτο βήμα ενεργοποιείται η βασική καινοτομία των ρυθμίσεων για περιπτώσεις όπου ιδιοκτησίες έχουν καταχωρηθεί στο Κτηματολόγιο ως «αγνώστου ιδιοκτήτη» με δικαιούχο το Δημόσιο λόγω δασικού χαρακτηρισμού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η δήλωση του ιδιοκτήτη λειτουργεί όχι μόνο ως γνωστοποίηση δικαιώματος, αλλά και ως αίτηση διόρθωσης προδήλου σφάλματος. Έτσι, ο ίδιος φάκελος που κατατίθεται για να αποτυπωθεί το δικαίωμα, μπορεί να κινήσει ταυτόχρονα και τη διαδικασία διόρθωσης της εγγραφής, χωρίς να απαιτείται δικαστική προσφυγή.
Στο τέταρτο βήμα, η υπόθεση εξετάζεται από το αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο. Ο έλεγχος εστιάζει στο αν τα προσκομιζόμενα στοιχεία επαρκούν για να στοιχειοθετήσουν «πρόδηλο σφάλμα» στην εγγραφή που εμφανίζει το Δημόσιο ως δικαιούχο, λόγω του δασικού χαρακτηρισμού. Αν ο φάκελος κριθεί πλήρης και η διοικητική βάση ισχυρή, δρομολογείται η διόρθωση της κτηματολογικής εγγραφής και αποκαθίσταται ο ιδιώτης ως δικαιούχος.
Στο πέμπτο βήμα, μετά τη διόρθωση ή την αποδέσμευση, ανοίγει ξανά ο δρόμος για ενέργειες που μέχρι σήμερα ήταν πρακτικά αδύνατες. Μεταβιβάσεις, αξιοποίηση και διοικητικές πράξεις που απαιτούν καθαρό ιδιοκτησιακό καθεστώς μπορούν να προχωρήσουν χωρίς το βάρος του δασικού χαρακτηρισμού. Παράλληλα, χωρίς ουσιαστικά εμπόδια μπορούν ήδη να μεταβιβαστούν ακίνητα εντός σχεδίου ή εντός οικισμών, καθώς και αγροτεμάχια εκτός σχεδίου που στους δασικούς χάρτες εμφανίζονται ως «άλλης μορφής έκταση» τόσο στον ιστορικό χάρτη του 1945 όσο και στους σύγχρονους ορθοφωτοχάρτες.
Στο έκτο και τελευταίο βήμα, όσοι δεν εντάσσονται στις εξωδικαστικές «γρήγορες» κατηγορίες καλούνται να κινηθούν με τα εργαλεία που απομένουν. Για εκτός σχεδίου ακίνητα με εκκρεμείς αντιρρήσεις, οι μεταβιβάσεις καθίστανται εφικτές μετά την εξέταση από τις τριμελείς Επιτροπές Αντιρρήσεων και την έκδοση θετικής απόφασης που δημοσιεύεται στη Διαύγεια, η οποία οδηγεί σε αποδέσμευση της έκτασης. Αντίθετα, όσοι είχαν υποβάλει εμπρόθεσμα αντίρρηση αλλά η έκταση κρίθηκε τελικά δασική ή χορτολιβαδική δεν μπορούν να καταθέσουν νέα αντίρρηση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η μόνη διοικητική διέξοδος που απομένει είναι η υποβολή αιτήματος προδήλου σφάλματος, εφόσον υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία ότι ο χαρακτηρισμός στον χάρτη είναι λανθασμένος.